Όσοι δεν έχουν πρωινό ξύπνημα την Κυριακή της αλλαγής ώρας θα μπορούν να κοιμηθούν μία ώρα περισσότερο, καθώς τα ρολόγια θα επιστρέψουν στη χειμερινή ώρα. Η μετάβαση γίνεται κάθε χρόνο την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου και σηματοδοτεί το τέλος της περιόδου κατά την οποία ισχύει η θερινή ώρα.
Η φετινή μετάβαση θα γίνει νωρίτερα, συγκεκριμένα στις 25 Οκτωβρίου. Η ημερομηνία αυτή είναι η τελευταία Κυριακή του μήνα, ενώ την επόμενη ημέρα ακολουθεί η 1η Νοεμβρίου.
Τα ξημερώματα της Κυριακής, στις 04:00, οι δείκτες θα μετακινηθούν μία ώρα προς τα πίσω και θα δείξουν 03:00. Η επιστροφή στη χειμερινή ώρα σημαίνει ότι το φυσικό φως θα εμφανίζεται νωρίτερα το πρωί. Καθώς θα εξελίσσεται ο χειμώνας, η νύχτα θα πέφτει προοδευτικά όλο και νωρίτερα.
Πώς διαμορφώθηκε η καθιέρωση της αλλαγής ώρας
Η θερινή ώρα, που είναι γνωστή διεθνώς ως Daylight Saving Time (DST), περιγράφει την πρακτική με την οποία τα κράτη αλλάζουν την επίσημη ώρα για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα κάθε χρόνο. Συνήθως τα ρολόγια προχωρούν κατά μία ώρα σε σχέση με την ηλιακή ώρα, ώστε να αξιοποιείται καλύτερα το φυσικό φως και να περιορίζεται η κατανάλωση ενέργειας.
Η αλλαγή ώρας, πάντως, δεν αποτελεί πρακτική που ακολουθείται παντού. Μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού δεν αλλάζει ώρα δύο φορές ετησίως, αφού σχεδόν όλες οι χώρες της Ασίας και της Αφρικής δεν συμμετέχουν σε αυτό το σύστημα.
Την ιδέα να αξιοποιείται περισσότερο το φυσικό φως το καλοκαίρι τη διατύπωσε, σύμφωνα με την απόδοση, ο Βενιαμίν Φραγκλίνο, ήδη από το 1784. Η πρότασή του συγκαταλέγεται στις πρώτες αναφορές στην ανάγκη να γίνεται καλύτερη χρήση του φωτός της ημέρας.
Σχεδόν έναν αιώνα μετά, ο Βρετανός επιχειρηματίας του κατασκευαστικού κλάδου Γουίλιαμ Γουίλετ έφερε ξανά το θέμα στη συζήτηση. Το 1907 δημοσίευσε το άρθρο «Waste of Daylight», με σκοπό να προβάλει τα οφέλη της αλλαγής ώρας. Η προσπάθειά του, ωστόσο, δεν έπεισε τη βρετανική κυβέρνηση να υιοθετήσει την πρόταση.
Η πρόταση που συνδέεται με τη σημερινή εκδοχή της αλλαγής ώρας προέκυψε, ωστόσο, από μια πιο επιστημονική παρατήρηση του Νεοζηλανδού εντομολόγου Τζορτζ Χάντσον. Παρατήρησε ότι οι μεγαλύτερες καλοκαιρινές ημέρες τού επέτρεπαν να συλλέγει περισσότερα έντομα. Βασιζόμενος σε αυτή τη διαπίστωση, κατέθεσε την πρότασή του το 1895.
