Στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα, πολύμηνη έρευνα των Αρχών αποκάλυψε οργανωμένη επιχείρηση με παράνομα τυχερά παιχνίδια, ειδικό λογισμικό για τον έλεγχο των αποτελεσμάτων και δίκτυο προσώπων που φέρονται να είχαν διακριτούς ρόλους. Η εγκληματική οργάνωση φέρεται να δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2013, εξαπατώντας παίκτες και αποκομίζοντας παράνομα οικονομικά οφέλη, τα οποία υπολογίζεται ότι υπερβαίνουν το 1.000.000 ευρώ.
Για την εξιχνίαση της υπόθεσης οργανώθηκε συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης. Σε αυτή συμμετείχαν αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, με τη συνδρομή της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος.
Συνολικά 20 άτομα συνελήφθησαν στο πλαίσιο της επιχείρησης. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας, 18 από αυτά φέρονται να ήταν μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, με τα αρχηγικά στελέχη να περιλαμβάνονται ανάμεσά τους. Οι άλλοι δύο συνελήφθησαν ως πελάτες και παίκτες.
Δικογραφία σχηματίστηκε, ανά περίπτωση, για τους συλληφθέντες και ακόμη 14 άτομα. Οι κατηγορίες αφορούν εγκληματική οργάνωση, κακουργηματική απάτη, παραβάσεις της νομοθεσίας περί παιγνίων, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και παραβάσεις της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Το λογισμικό που φέρεται να καθόριζε ποιοι παίκτες κέρδιζαν
Τον τρόπο δράσης της οργάνωσης αποκάλυψε η έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων. Η ομάδα φέρεται να είχε οργανώσει δίκτυο καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, κυρίως ίντερνετ καφέ, όπου διεξάγονταν παράνομα τυχερά παιχνίδια μέσω ειδικού λογισμικού.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι δύο αρχηγικά μέλη, ηλικίας 55 και 51 ετών, είχαν συγκροτήσει τουλάχιστον από το 2013 μια οργανωμένη ομάδα με ιεραρχία, σταθερή δράση και διακριτές αρμοδιότητες. Σταδιακά προστίθενταν στο δίκτυο και άλλα πρόσωπα, αναλαμβάνοντας συγκεκριμένα καθήκοντα για την υποστήριξη της παράνομης δραστηριότητας.
Στη βάση της φερόμενης απάτης βρισκόταν το παράνομο λογισμικό, που επέτρεπε στα αρχηγικά στελέχη να επεμβαίνουν στον τρόπο λειτουργίας των παιχνιδιών. Με τη χρήση του μπορούσαν να μεταβάλλουν τις αποδόσεις και να καθορίζουν ποιοι παίκτες θα κέρδιζαν, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τον μηχανισμό της τυχαιότητας.
Οι παίκτες, σύμφωνα με τα στοιχεία, φέρονται να είχαν παραπλανηθεί ως προς τις πραγματικές πιθανότητες νίκης, αφού τα αποτελέσματα δεν εξαρτώνταν μόνο από την τύχη. Από την παράνομη δραστηριότητα η οργάνωση εξασφάλιζε παράλληλα οικονομικό όφελος.
«Τσιλιαδόροι» και ηλεκτρονικό σύστημα ειδοποίησης για την Αστυνομία
Μέτρα για την αποφυγή αποκάλυψης της παράνομης λειτουργίας των καταστημάτων φέρονται να είχαν λάβει τα μέλη της οργάνωσης. Στους χώρους υπήρχαν διαμορφωμένα ξεχωριστά σημεία και η είσοδος των πελατών βρισκόταν υπό τον έλεγχο ατόμων που εκτελούσαν καθήκοντα «τσιλιαδόρου».
Στα καταστήματα είχε, επίσης, τοποθετηθεί ηλεκτρονικό κομβίο έκτακτης ανάγκης, το λεγόμενο «panic button». Μέσω αυτού του μηχανισμού, όταν αντιλαμβάνονταν αστυνομική παρουσία, τα μέλη μπορούσαν να αλλάζουν τις ενδείξεις που εμφανίζονταν στις οθόνες των υπολογιστών, προκειμένου να συγκαλύπτουν τη διεξαγωγή των παράνομων παιγνίων.

Για τη λειτουργία των καταστημάτων χρησιμοποιούνταν και συστήματα βιντεοεπιτήρησης, μέσω των οποίων παρακολουθούνταν οι χώροι και οι εργαζόμενοι, ενώ ελεγχόταν αν τηρούνταν οι εντολές των αρχηγικών στελεχών.
Οι αρμοδιότητες των αρχηγών και των συνεργατών στην οργάνωση
Η αστυνομική έρευνα κατέδειξε ότι τα μέλη είχαν αναλάβει καθορισμένα καθήκοντα. Αυτά κάλυπταν τη διοίκηση των καταστημάτων, την τεχνική υποστήριξη των παράνομων παιχνιδιών, τον χειρισμό των εισπράξεων και την απόκρυψη των χρημάτων.
Τον βασικό συντονισμό της ομάδας φέρεται να είχε ο 55χρονος. Με βάση τα στοιχεία της υπόθεσης, αποφάσιζε για τη λειτουργία των καταστημάτων, την ένταξη νέων μελών και την ανάθεση των καθηκόντων τους. Είχε ακόμη τη διαχείριση των κερδών από την παράνομη δραστηριότητα και αποφάσιζε πώς θα αξιοποιούνταν.
Παράλληλα, έδινε κατευθύνσεις στους συνεργάτες του και έλεγχε αν τις εκτελούσαν, αξιοποιώντας τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης που είχαν εγκατασταθεί στα καταστήματα.
Ρόλο με σημαντικές αρμοδιότητες φέρεται να είχε και ένας 68χρονος, που περιγράφεται ως ένας από τους υπαρχηγούς και έμπιστος συνεργάτης του 55χρονου. Στα καθήκοντά του περιλαμβάνονταν η διοίκηση του προσωπικού, ο χειρισμός των οικονομικών ροών, η μεταφορά των ημερήσιων εισπράξεων, η τεχνική υποστήριξη και η συνολική εποπτεία των καταστημάτων.
Στη διαχείριση και την απόκρυψη χρημάτων φέρεται να συνέβαλλε μια 51χρονη , η οποία διέθετε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της για τη διακίνηση ποσών που προέρχονταν από την παράνομη δραστηριότητα.
Παράλληλα, ρόλο υπαρχηγού φέρεται να είχε και ένας 40χρονος, ο οποίος διαχειριζόταν από απόσταση το παράνομο λογισμικό, αντιμετώπιζε τεχνικές δυσλειτουργίες και εκπαίδευε το προσωπικό στη λειτουργία του.
Επιπρόσθετα, παρακολουθούσε τις επιχειρήσεις από τις κάμερες, καθοδηγούσε τους εργαζομένους και διαχειριζόταν μαζί με τον 68χρονο τα χρηματικά ποσά που φυλάσσονταν κρυφά στους χώρους τους. Κατόπιν εντολής του αρχηγού, φέρεται ακόμη να μπορούσε να αποφασίζει ποιοι παίκτες θα λάμβαναν κέρδη.
Τα άλλα μέλη φέρονται να είχαν ενεργό ρόλο στην καθημερινή λειτουργία των καταστημάτων. Ανάλογα με τα καθήκοντά τους, επιτηρούσαν τους χώρους, εισέπρατταν χρήματα από παίκτες, πίστωναν πόντους και χειρίζονταν τα ηλεκτρονικά συστήματα και τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης.
Οι «αχυράνθρωποι» και η απόκρυψη της πραγματικής ιδιοκτησίας
Στην υπόθεση εξετάζεται επίσης ποιοι εμφανίζονταν ως ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων που σχετίζονταν με την οργάνωση. Όπως προέκυψε από την έρευνα, ορισμένα μέλη παρουσιάζονταν ως ιδιοκτήτες των εταιρειών που είχαν τα καταστήματα, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι οι κύριοι ή οι διαχειριστές τους.

Τα πρόσωπα αυτά, που αποκαλούνται «αχυράνθρωποι», φέρονται να αξιοποιούνταν για να παραμένει κρυφή η ταυτότητα όσων βρίσκονταν πίσω από τις επιχειρήσεις. Κατά την εκτίμηση της έρευνας, με αυτόν τον τρόπο τα αρχηγικά στελέχη κρατούνταν μακριά από την άμεση σύνδεση με τις παράνομες δραστηριότητες, ενώ παράλληλα επιδιωκόταν η αποφυγή οικονομικών υποχρεώσεων, όπως φορολογικές οφειλές και εργοδοτικές εισφορές.
Οι οικονομικές συναλλαγές και τα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ
Στοιχεία για τον τρόπο διαχείρισης των χρημάτων που φέρεται να απέφεραν τα παράνομα τυχερά παιχνίδια ανέδειξε η παράλληλη οικονομική έρευνα. Μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε πως δύο από τα αρχηγικά μέλη πραγματοποιούσαν δαπάνες που δεν αντιστοιχούσαν στα εισοδήματα που είχαν δηλώσει.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα ευρήματα, τα έσοδα της παράνομης δραστηριότητας περνούσαν από συγκεκριμένα πρόσωπα και τραπεζικούς λογαριασμούς, καθώς και από λογαριασμούς παικτικής δραστηριότητας. Με τη μέθοδο αυτή φέρεται να επιχειρούνταν η απόκρυψη της πραγματικής προέλευσης των χρημάτων και η παρουσίασή τους ως νόμιμων εσόδων.
Η διακίνηση των ποσών με οργανωμένο τρόπο, μαζί με την εμφάνιση τρίτων ως ιδιοκτητών των επιχειρήσεων, φέρεται να έκανε δυσκολότερο τον εντοπισμό της προέλευσής τους και να ευνοούσε τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.
Καθώς η φερόμενη εγκληματική δραστηριότητα φέρεται να ξεκίνησε το 2013, το παράνομο οικονομικό όφελος υπολογίζεται σε ποσό μεγαλύτερο του 1.000.000 ευρώ.

Η υπόθεση γνωστοποιήθηκε στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Ανάλογα με την περίπτωση, η Αρχή προχώρησε στη δέσμευση τραπεζικών και στοιχηματικών λογαριασμών των αρχηγικών μελών.
Τα ευρήματα και τα κατασχεθέντα από τις έρευνες
Έρευνες έγιναν από τους αστυνομικούς σε σπίτια, καταστήματα και οχήματα, ενώ πραγματοποιήθηκαν και σωματικοί έλεγχοι στους κατηγορουμένους. Στις επιχειρήσεις βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πολλά χρήματα, ηλεκτρονικές συσκευές και άλλα αντικείμενα που συνδέονται με την υπόθεση.
Μεταξύ των κατασχεθέντων περιλαμβάνονται:
Χρήματα ύψους 61.460 ευρώ και 700 δολαρίων ΗΠΑ.
11 χρυσές λίρες.
4 ΙΧ αυτοκίνητα, από τα οποία το ένα φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση των αδικημάτων και τα υπόλοιπα τρία να αποτελούν προϊόντα νομιμοποίησης εσόδων.
28 κινητά τηλέφωνα και πλήθος καρτών SIM.
Βρέθηκαν επίσης κοσμήματα.
21 κάμερες.
22 σκληροί δίσκοι.
61 κεντρικές μονάδες ηλεκτρονικών υπολογιστών.
22 οθόνες, 22 πληκτρολόγια και 22 ποντίκια.
3 φορητοί υπολογιστές και τάμπλετ.
4 καταγραφικά συστήματα καμερών.
Εντοπίστηκε επίσης τραπεζικό βιβλιάριο.
Κατασχέθηκαν ακόμη πολλά φορητά ψηφιακά μέσα αποθήκευσης.
Στα ευρήματα περιλαμβάνονται χειρόγραφες σημειώσεις, διάφορα έγγραφα και παραστατικά.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην Εισαγγελία
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή μαζί με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους. Δύο άτομα, ωστόσο, τα οποία είχαν συλληφθεί ως πελάτες και θαμώνες των καταστημάτων, αφέθηκαν ελεύθερα έπειτα από προφορική εντολή της Εισαγγελέως Ποινικής Δίωξης.
