Σε διάστημα λίγων μηνών, η θητεία της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ως πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα πέρασε από τη δημόσια προβολή και τις εντυπωσιακές εμφανίσεις σε μια υπόθεση με πολιτικές επιπτώσεις στην Ουάσιγκτον. Είχε αναλάβει τα διπλωματικά της καθήκοντα λιγότερο από έναν χρόνο πριν αποχωρήσει, ενώ λίγες ημέρες μετά τη λαμπερή παρουσία της στην Πνύκα βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές καταγγελίες και έρευνες που δεν φαίνεται να σταματούν με την παραίτησή της.

Αποκαλύψεις της «Wall Street Journal» στις 8 Οκτωβρίου ανέφεραν ότι η Γκίλφοϊλ είχε ζητήσει 100.000 δολάρια από τον Ερικ Ντίτερς, δωρητή του Ντόναλντ Τραμπ, πριν επικυρώσει η Γερουσία τον διορισμό της. Το ποσό, σύμφωνα με τις πληροφορίες της εφημερίδας, προοριζόταν για την εξόφληση χρέους σε πιστωτική κάρτα, ενώ ως αντάλλαγμα φέρεται να προσφέρθηκε πρόσβαση σε ανώτατα κυβερνητικά στελέχη.

Αργότερα δημοσιοποιήθηκαν ηχογραφήσεις για ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη και πολυτελή φιλοξενία από εφοπλιστή, όπως και αναφορές σε απλήρωτους λογαριασμούς εστιατορίων και σαμπάνιες που προσφέρονταν δωρεάν. Τη Δευτέρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ είπε ότι «εξετάζει» το ενδεχόμενο να την απομακρύνει. Την επομένη, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε πως της ζητήθηκε να παραιτηθεί, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι «δεν μου άρεσαν όσα διάβασα».

Η Γκίλφοϊλ αρνείται τις κατηγορίες. Η ταχεία εξέλιξη των γεγονότων, ωστόσο, έχει στο υπόβαθρό της μια δημοσιογραφική έρευνα που άρχισε μήνες πριν και, όπως δείχνουν οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, συνδέεται άμεσα με επαφές και περιστατικά στην Ελλάδα.

Η έρευνα της «Wall Street Journal» και οι επαφές στην Αθήνα

Από το καλοκαίρι συγκέντρωναν στοιχεία οι δημοσιογράφοι της «Wall Street Journal», που διαθέτουν πολυετή πείρα και διακρίσεις στον κλάδο, για τις αποκαλύψεις που ακολούθησαν. Στο ρεπορτάζ τους εφάρμοσαν τις συνήθεις δημοσιογραφικές πρακτικές: συνέλεξαν μαρτυρίες και έγγραφα και έλεγξαν τις πληροφορίες ανεξάρτητα πριν τις δημοσιεύσουν.

Οι συντάκτες ζήτησαν τις απόψεις και τα σχόλια των προσώπων, εταιρειών, οργανισμών και φορέων που αναφέρονταν στα ρεπορτάζ, επικοινωνώντας μαζί τους. Αυτό το στάδιο είναι σημαντικό, αφού σημαίνει ότι στην Αθήνα και στην Ουάσιγκτον υπήρξαν άνθρωποι που ενημερώθηκαν πριν από τη δημοσίευση για τις αποκαλύψεις που θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας.

Όπως αναφέρουν «ΤΑ ΝΕΑ», οι δημοσιογράφοι επιχείρησαν να βρουν στην Αθήνα συνομιλητές στον διπλωματικό και επιχειρηματικό χώρο, αλλά και στην πολιτική, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κυβέρνηση. Δεν κατάφεραν να μιλήσουν με επιχειρηματίες ή εκπροσώπους τους, καθώς δεν έγιναν δεκτά τα αιτήματα για συναντήσεις και συνομιλίες.

Για τα κυβερνητικά στελέχη, η εξέλιξη ήταν διαφορετική. Κατά πληροφορίες, έγιναν συναντήσεις με δύο μέλη της κυβέρνησης και ένας από τους δύο είδε τους δημοσιογράφους σε περισσότερες από μία περιπτώσεις. Ο εν λόγω κυβερνητικός παράγοντας φέρεται να υπήρξε στην πράξη η πηγή που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έρευνα, παρέχοντας πληροφορίες που επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν πρόσωπα και γεγονότα στα δημοσιεύματα.

Η υπόθεση άρχισε, άλλωστε, στην Αθήνα. Στις 18 Μαρτίου, σε δείπνο που παρέθεσε η αμερικανική πρεσβεία και στο οποίο είχαν προσκληθεί πάνω από 12 άτομα, μεταξύ αυτών πολιτικοί, στρατιωτικοί και ξένοι διπλωμάτες, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ έκανε τη γνωστή δήλωση ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντικαταστήσουν «όποια κυβέρνηση» επιθυμούν, «οπουδήποτε».

Το δείπνο και η συγκεκριμένη δήλωση αποτέλεσαν σημείο αναφοράς μιας υπόθεσης που εκτυλίχθηκε στην Ελλάδα και βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ. Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ δεν κλείνει την υπόθεση, καθώς η πολιτική διαχείριση και η εξέλιξη των ερευνών θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την Ουάσιγκτον.

Οι έρευνες συνεχίζονται μετά την αποχώρησή της

Το πόσα ερωτήματα εξακολουθούν να υπάρχουν αποτυπώθηκε και στις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ την Πέμπτη, όταν ρωτήθηκε αν η πρώην πρέσβειρα μπορεί να αντιμετωπίσει νομικές συνέπειες. Δημοσιογράφος του τηλεοπτικού δικτύου Newsmax του έθεσε το εξής ερώτημα: «Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δεν είναι πλέον πρέσβειρά σας στην Ελλάδα. Ενδέχεται να αντιμετωπίσει νομικά προβλήματα. Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να της απονείμετε χάρη, εάν προέκυπτε τέτοιο ζήτημα;».

Η απάντηση του Αμερικανού προέδρου ήταν: «Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Απογοητεύτηκα από όσα διάβασα. Δεν έχω μιλήσει μαζί της».

Στη συνέχεια, ο Τραμπ είπε ότι γνωρίζει την Γκίλφοϊλ εδώ και χρόνια, αν και δεν τους συνδέει ιδιαίτερα στενή προσωπική σχέση. Μίλησε ακόμη για τον γάμο της με τον κυβερνήτη της Καλιφόρνιας και πολιτικό του αντίπαλο, Γκάβιν Νιούσομ, χωρίς να αναφερθεί στον αρραβώνα της με τον γιο του. Δήλωσε ότι τα δημοσιεύματα τον ενόχλησαν ιδιαίτερα και χαρακτήρισε «ενδιαφέρον» ότι «στην Ελλάδα ήταν το πρόσωπο που όλοι θαύμαζαν». Δεν ξεκαθάρισε, ωστόσο, αν είναι πιθανό να της απονεμηθεί χάρη.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, σχολίασε την υπόθεση, η οποία έχει γίνει γνωστή στις ΗΠΑ ως «Guilfoylegate». Σε απόσπασμα συνέντευξής του που θα μεταδοθεί το βράδυ από το CBS, είπε ότι, εφόσον επιβεβαιωθούν οι αποκαλύψεις, «είναι αηδιαστικό και απεχθές και θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες».

Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ δεν σταμάτησε τις πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο. Μόλις λίγες ώρες μετά την αποπομπή της, ο Ρόμπερτ Γκαρσία, επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, απέστειλε νέα επιστολή και διευκρίνισε ότι η παραίτηση δεν απαλλάσσει την πρώην πρέσβειρα από τον έλεγχο. Όπως είπε, η έρευνα «μόλις αρχίζει».

Οι Δημοκρατικοί εξακολουθούν να ζητούν οικονομικά έγγραφα, προσωπικές επικοινωνίες και μηνύματα που είχε ανταλλάξει η Γκίλφοϊλ με ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ «για λογαριασμό των ευεργετών της». Τα αιτήματα παραμένουν ενεργά, παρά την αποχώρησή της από τη διπλωματική θέση.

Την ίδια στιγμή, ο γενικός επιθεωρητής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ξεκινήσει εσωτερική έρευνα για τη συμπεριφορά και τις ενέργειες της πρώην πρέσβειρας. Η διερεύνηση καλύπτει τα ιδιωτικά ταξίδια της, τα δώρα που φέρεται να έλαβε και τις σχέσεις της με επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ο Γκρέγκορι Μικς, από τα κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζητά να κληθεί η Γκίλφοϊλ σε ακρόαση. Ο Ρεπουμπλικανός Τζον Μπαράσο, δεύτερος στην ιεραρχία της πλειοψηφίας στη Γερουσία, δήλωσε επίσης ότι αναμένει να πραγματοποιηθεί έρευνα. Οι παρεμβάσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η υπόθεση δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά πεδίο αντιπαράθεσης Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και οι πιθανές τηλεοπτικές ακροάσεις

Λιγότερο από τρεις εβδομάδες απομένουν μέχρι τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, οι οποίες ενδέχεται να αλλάξουν τις ισορροπίες στο Κογκρέσο και να επηρεάσουν άμεσα την υπόθεση Γκίλφοϊλ. Αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν την πλειοψηφία, θα μπορούν να προχωρήσουν πέρα από επιστολές και αιτήματα, κάνοντας χρήση και των κλητεύσεων.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για επίσημες ακροάσεις, με πρόσωπα που συνδέονται με την υπόθεση να καλούνται να καταθέσουν δημόσια. Οι ακροάσεις ενδέχεται να διεξαχθούν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, ενισχύοντας περαιτέρω τη δημοσιότητα γύρω από τις αποκαλύψεις και τις απαντήσεις των εμπλεκομένων.

Το αποτέλεσμα των εκλογών σε ιδιαίτερα αμφίρροπες περιφέρειες των ΗΠΑ, μεταξύ αυτών στην Πενσιλβάνια και την Αριζόνα, μπορεί επομένως να κρίνει την πορεία της υπόθεσης. Οι συσχετισμοί που θα προκύψουν από την κάλπη ενδέχεται να καθορίσουν τόσο την έκταση του κοινοβουλευτικού ελέγχου όσο και το βάθος της διερεύνησης των καταγγελιών που οδήγησαν στην αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.

Το σημείωμα του Μάρκο Ρούμπιο για τους Αμερικανούς διπλωμάτες

Οι εξελίξεις στην υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ προκάλεσαν αναταράξεις και στο εσωτερικό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με την ηγεσία της αμερικανικής διπλωματίας να υπενθυμίζει τους κανόνες συμπεριφοράς των στελεχών της. Μία ημέρα μετά την αποπομπή της πρώην πρέσβη στην Ελλάδα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, έστειλε εσωτερικό σημείωμα σε όλο το προσωπικό. Το περιεχόμενό του δημοσιοποιήθηκε λίγες ημέρες αργότερα από το Bloomberg.

Με αυτή την παρέμβαση, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας ανέδειξε ζητήματα δεοντολογίας, ενώ οι καταγγελίες για την Γκίλφοϊλ βρίσκονταν στο επίκεντρο έντονης συζήτησης. Στο σημείωμά του, ο Ρούμπιο κάλεσε τους υπαλλήλους και τους διπλωμάτες να αποφεύγουν καταστάσεις που προκαλούν σύγκρουση συμφερόντων, να διαφυλάσσουν την αμεροληψία τους και να μην χρησιμοποιούν τη δημόσια θέση τους για να προωθούν προσωπικές επιδιώξεις.