Οι γυναίκες στην Ελλάδα έχουν αποκτήσει περισσότερα πτυχία, αλλά εξακολουθούν να βρίσκουν λιγότερες θέσεις εργασίας, να λαμβάνουν χαμηλότερους μισθούς και να συναντούν μεγαλύτερα εμπόδια στην επαγγελματική τους εξέλιξη. Παρότι έχουν πλέον υψηλότερο επίπεδο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από τους άνδρες, η θέση τους στην αγορά εργασίας παραμένει δυσμενέστερη. Σχεδόν τέσσερις στις δέκα γυναίκες ηλικίας 20-64 ετών δεν εργάζονται, οι μέσες ωριαίες αποδοχές τους είναι κατά 13,4% χαμηλότερες από των ανδρών, ενώ μία στις τέσσερις οικονομικά μη ενεργές γυναίκες αναφέρει τις οικογενειακές υποχρεώσεις ως τον μοναδικό λόγο που δεν αναζητεί εργασία.
Τα δεδομένα περιλαμβάνονται στη νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, «Μεταξύ φύλων: Πορείες, χάσματα και πολιτικές προς την ισότητα». Τη μελέτη συνυπογράφουν η Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η Κατερίνα Γλυνιαδάκη, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Southampton, και ο Θωμάς Γεωργιάδης, διδάσκων στο Πάντειο.
Η έρευνα καταγράφει αυξανόμενο αριθμό γυναικών στην Ελλάδα με υψηλή εκπαίδευση, χωρίς όμως να αξιοποιείται στο σύνολό του αυτό το ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία έχει ανάγκη από περισσότερους εργαζομένους και ο πληθυσμός γηράσκει.
Περισσότερη εκπαίδευση, λιγότερες επαγγελματικές δυνατότητες
Σημαντική μεταβολή έχει σημειωθεί στην εκπαίδευση κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η υπεροχή των ανδρών στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση ανήκει στο παρελθόν: από το 2010 και μετά, οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά αποφοίτησης από την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι το 1992 είχε ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση το 10% των γυναικών ηλικίας 25-64 ετών, ενώ στους άνδρες το ποσοστό ήταν 15%. Τρεις δεκαετίες αργότερα, το 2021, το ποσοστό για τις γυναίκες είχε φτάσει στο 36% και για τους άνδρες στο 33%.
Παρά τη μεταβολή αυτή, η εκπαιδευτική υπεροχή των γυναικών δεν αποτυπώνεται αντίστοιχα στην αγορά εργασίας. Το χάσμα διακρίνεται ήδη στις κατευθύνσεις σπουδών, αφού οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν μικρότερη παρουσία στους τομείς της τεχνολογίας και των επιστημών.

Στην Ελλάδα, οι γυναίκες αντιστοιχούσαν μόλις στο 30% των αυτοαπασχολούμενων στους κλάδους Επιστήμης και Μηχανικής και Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνιών, σύμφωνα με στοιχεία του 2021 που περιλαμβάνει η ευρωπαϊκή έκθεση «She Figures 2024». Η μελέτη αποδίδει μέρος αυτής της εικόνας και στα στερεότυπα που εξακολουθούν να διαμορφώνουν τις σπουδές και τις επαγγελματικές αποφάσεις των κοριτσιών, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η συμμετοχή τους σε ειδικότητες που προσφέρουν σημαντικές προοπτικές απασχόλησης.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρώπης
Στην απασχόληση των γυναικών η απόσταση της Ελλάδας από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είναι ακόμη πιο μεγάλη. Το 2024 εργαζόταν το 59,9% των γυναικών ηλικίας 20-64 ετών, επίδοση που έφερε τη χώρα στην 26η θέση ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρά τη σημαντική βελτίωση από το παρελθόν —το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κοντά στο 37% το 1983—, την περίοδο 2021-2024 καταγράφηκε αύξηση περίπου έξι ποσοστιαίων μονάδων. Οι άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ωστόσο, προχώρησαν με ταχύτερο ρυθμό.
Η διαφορά στην απασχόληση μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα ανέρχεται σε 18,8 ποσοστιαίες μονάδες, δηλαδή σχεδόν στο διπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ, που είναι 10 μονάδες. Η ελληνική επίδοση αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη απόκλιση στην Ένωση. Σε ορισμένες ομάδες η απόσταση διευρύνεται: για τις ηλικίες 55-64 ετών φτάνει τις 22,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ μεταξύ των μεταναστών ηλικίας 15-64 ετών πλησιάζει τις 40 μονάδες.
Επιπλέον, η μελέτη παραθέτει για το 2024 ποσοστό γυναικείας ανεργίας 12,8% στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι ευθύνες μέσα στην οικογένεια. Μία στις τέσσερις οικονομικά μη ενεργές γυναίκες στην Ελλάδα δηλώνει πως ο μόνος λόγος που δεν αναζητεί εργασία είναι η φροντίδα παιδιών ή ηλικιωμένων συγγενών. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο τμήμα του γυναικείου εργατικού δυναμικού μένει έξω από την αγορά εργασίας, όχι κατ’ ανάγκη επειδή το επιλέγει, αλλά λόγω των υποχρεώσεων φροντίδας.
Οι αποδοχές των γυναικών παραμένουν χαμηλότερες
Η μισθολογική ανισότητα αποτελεί μία ακόμη διάσταση των διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην εργασία. Τα στοιχεία της Eurostat που παρατίθενται στη μελέτη καταγράφουν για την Ελλάδα μη προσαρμοσμένο μισθολογικό χάσμα 13,4% το 2024, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 11,1%. Η εξέλιξη του δείκτη αποτυπώνει διακυμάνσεις και όχι σταθερή βελτίωση: από 15% το 2010 υποχώρησε στο 10,4% το 2018, αλλά στη συνέχεια ανέβηκε ξανά, φτάνοντας το 13,4% το 2024. Έτσι, παρά την αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, οι αποδοχές εξακολουθούν να παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές. Ο δείκτης συγκρίνει τον μέσο όρο των ακαθάριστων ωριαίων αποδοχών ανδρών και γυναικών, χωρίς να λαμβάνει ξεχωριστά υπόψη το επάγγελμα, τη θέση εργασίας και την προϋπηρεσία.
Η μητρότητα ως παράγοντας διεύρυνσης του μισθολογικού χάσματος
Στους παράγοντες που εντείνουν τις ανισότητες, η μελέτη περιλαμβάνει τη λεγόμενη «ποινή της μητρότητας». Στην αρχή της επαγγελματικής πορείας οι αποδοχές ανδρών και γυναικών έχουν σχετικά μικρή απόσταση, η οποία διευρύνεται όσο περνούν τα χρόνια, με εντονότερη μεταβολή μετά την απόκτηση παιδιών. Ως ενδεικτικό στοιχείο, η μελέτη παραπέμπει σε παλαιότερη ανάλυση της ΕΛΣΤΑΤ για το 2008: εργαζόμενη 45 ετών στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς παιδιά, λάμβανε 23,5% χαμηλότερες αποδοχές από άνδρα της ίδιας ηλικίας. Στην περίπτωση των μητέρων, το μισθολογικό χάσμα ανερχόταν σε 41,4%. Τα στοιχεία αυτά αφορούν παλαιότερη περίοδο και καταδεικνύουν την επίδραση της μητρότητας στις μισθολογικές ανισότητες· δεν αποτελούν εκτίμηση για τη σημερινή κατάσταση.
Οι χαμηλότεροι μισθοί, οι περίοδοι αποχής από την εργασία και η μικρότερη ασφαλιστική διάρκεια έχουν επιπτώσεις και στη σύνταξη. Για τις ηλικίες 65-79 ετών στην Ελλάδα, η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών στη συνταξιοδοτική κάλυψη υπολογίζεται σε περίπου 16 ποσοστιαίες μονάδες.








