Η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας για τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά εξελίσσεται σε κομβικό γεωοικονομικό μέτωπο, με την κυβέρνηση Τραμπ να προσπαθεί να μειώσει την αμερικανική εξάρτηση από το Πεκίνο μέσω επενδύσεων, επιδοτήσεων και συμμαχιών, κυρίως με την Αυστραλία. Ωστόσο, η Κίνα διατηρεί σαφές προβάδισμα επειδή ελέγχει εδώ και δεκαετίες την εξόρυξη, την επεξεργασία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ η Ουάσινγκτον χρειάζεται χρόνο, σταθερότητα και πολύ μεγαλύτερη βιομηχανική οργάνωση για να καλύψει το χαμένο έδαφος, με τη λήξη της εκεχειρίας τον Νοέμβριο να αποτελεί κρίσιμο τεστ.
Πιο αναλυτικά
Σε έναν από τους πιο κρίσιμους οικονομικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς της εποχής εξελίσσεται η μάχη ΗΠΑ και Κίνας για τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτηση της αμερικανικής οικονομίας από το Πεκίνο, όμως η κινεζική κυριαρχία στις εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένει εξαιρετικά ισχυρή.
Το μεγάλο τεστ για την Ουάσινγκτον έρχεται τον Νοέμβριο, όταν λήγει η ετήσια «εκεχειρία» που συμφωνήθηκε με την Κίνα για τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και άλλων στρατηγικής σημασίας πρώτων υλών.
Η συμφωνία είχε επιτευχθεί τον περασμένο Νοέμβριο, όταν ο Τραμπ εγκατέλειψε τις απειλές για νέους δασμούς σε βάρος της Κίνας, με αντάλλαγμα το Πεκίνο να αναστείλει για έναν χρόνο την περαιτέρω αυστηροποίηση των ελέγχων στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών.
Από τότε, η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χρησιμοποιεί τον χρόνο που κέρδισε για να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και να δημιουργήσει εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού με συμμάχους.
Το ερώτημα είναι αν οι κινήσεις αυτές αρκούν για να μειώσουν πραγματικά το τεράστιο πλεονέκτημα της Κίνας.
Γιατί οι σπάνιες γαίες είναι τόσο σημαντικές
Οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά βρίσκονται στην καρδιά της σύγχρονης βιομηχανίας.
Χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπαταρίες, ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, προηγμένα ηλεκτρονικά συστήματα, αεροδιαστημική τεχνολογία και οπλικά συστήματα.
Αυτό σημαίνει ότι όποιος ελέγχει την εξόρυξη, την επεξεργασία και την παραγωγή τους διαθέτει ένα ισχυρό γεωοικονομικό όπλο.
Και σε αυτό το πεδίο η Κίνα έχει δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες ένα τεράστιο προβάδισμα, όχι μόνο στην εξόρυξη αλλά κυρίως στη μεταποίηση και επεξεργασία των πρώτων υλών.
30 δισ. δολάρια για να μειωθεί η εξάρτηση από την Κίνα
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει κινητοποιήσει ένα ευρύ πακέτο παρεμβάσεων για να στηρίξει την αμερικανική παραγωγή κρίσιμων ορυκτών.
Σύμφωνα με την ίδια, οι εγγυήσεις αγοράς, οι πιστωτικές διευκολύνσεις, τα δάνεια, οι επιδοτήσεις και άλλες μορφές κρατικής στήριξης φτάνουν συνολικά περίπου τα 30 δισ. δολάρια.
Η Ουάσινγκτον έχει προχωρήσει ακόμη και στην ασυνήθιστη κίνηση να αποκτήσει μετοχικές συμμετοχές σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις του κλάδου.
Στόχος είναι να δοθούν στις εταιρείες κίνητρα ώστε να επενδύσουν σε έργα τα οποία, χωρίς κρατική προστασία ή εγγυημένες τιμές, ενδεχομένως να μην ήταν οικονομικά βιώσιμα απέναντι στον φθηνότερο κινεζικό ανταγωνισμό.
Ωστόσο, το μέγεθος των επενδύσεων που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας πραγματικά ανεξάρτητης εφοδιαστικής αλυσίδας θεωρείται πολύ μεγαλύτερο.
Το αμερικανικό στοίχημα με την Αυστραλία
Μία από τις πιο ουσιαστικές κινήσεις των ΗΠΑ εκτός συνόρων είναι η συνεργασία με την Αυστραλία.
Οι δύο χώρες υπέγραψαν πλαίσιο για την ασφάλεια της εξόρυξης και της επεξεργασίας κρίσιμων ορυκτών και σπάνιων γαιών, το οποίο έχει ήδη οδηγήσει σε αμερικανικές επενδύσεις σε αυστραλιανά μεταλλευτικά έργα.
Η Αυστραλία θεωρείται ένας από τους λίγους συμμάχους που μπορούν να προσφέρουν στην Ουάσινγκτον πραγματική εναλλακτική λύση σε ορισμένες κρίσιμες πρώτες ύλες.
Το πρόβλημα για τις ΗΠΑ είναι ότι παρόμοιες δυνατότητες δεν υπάρχουν εύκολα σε πολλές άλλες χώρες.
Το δύσκολο παράδειγμα της Ινδονησίας
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ινδονησίας, η οποία παράγει περίπου τα δύο τρίτα του νικελίου παγκοσμίως.
Το νικέλιο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για μπαταρίες και τεχνολογίες της πράσινης μετάβασης.
Η Κίνα έχει επενδύσει τεράστια ποσά στην Ινδονησία την τελευταία δεκαετία, δημιουργώντας σχεδόν ολόκληρη αλυσίδα παραγωγής: από τα ορυχεία μέχρι την επεξεργασία και τα τελικά προϊόντα.
Η κυβέρνηση Τραμπ προσπάθησε να προσεγγίσει την Τζακάρτα με εμπορική συμφωνία που θα ενίσχυε τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.
Η αμερικανική στρατηγική, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπη με νομικά και πολιτικά προβλήματα όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε αντισυνταγματικό μέρος του μηχανισμού των δασμών που είχε χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης.
Η Ινδονησία, παράλληλα, δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη συμφωνία.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Κίνα εξακολουθεί να διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: έχει ήδη επενδύσει επί χρόνια σε εργοστάσια, υποδομές και παραγωγικές αλυσίδες.
Η προσπάθεια για «συμμαχία» 54 χωρών
Τον Φεβρουάριο, ο Τραμπ συγκάλεσε εκπροσώπους 54 χωρών με στόχο τη δημιουργία ενός ευρύτερου μετώπου για την ασφάλεια των αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών.
Η φιλοδοξία είναι να δημιουργηθεί ένα δίκτυο κρατών που θα μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα της Κίνας να χρησιμοποιεί τις πρώτες ύλες ως πολιτικό ή εμπορικό όπλο.
Στην πράξη, όμως, υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες.
Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι οι τιμές.
Εάν η Κίνα αυξήσει απότομα την παραγωγή της και ρίξει τις παγκόσμιες τιμές, νέες επιχειρήσεις εξόρυξης στη Δύση μπορεί να καταστούν μη βιώσιμες.
Για τον λόγο αυτό έχει συζητηθεί η δημιουργία κατώτατων εγγυημένων τιμών, ώστε οι παραγωγοί σε ΗΠΑ και συμμαχικές χώρες να γνωρίζουν ότι θα έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο εσόδων.
Γιατί η Ευρώπη είναι επιφυλακτική
Η ιδέα αυτή έχει προκαλέσει επιφυλάξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούνται ότι ένα σύστημα εγγυημένων τιμών υπό αμερικανική καθοδήγηση μπορεί τελικά να εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες των ΗΠΑ παρά μια κοινή δυτική στρατηγική.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης δεν είναι αμελητέο.
Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν έχουν ξεχάσει τις εντάσεις που προκάλεσαν οι δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία και τον έλεγχο των φυσικών της πόρων.
Η αμερικανική επιθετική ρητορική απέναντι σε συμμάχους δυσκολεύει έτσι την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να εμφανιστεί ταυτόχρονα ως αξιόπιστος ηγέτης μιας διεθνούς συμμαχίας για τις κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η Γροιλανδία ξανά στο προσκήνιο
Η Γροιλανδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης.
Η περιοχή διαθέτει τεράστιο γεωστρατηγικό ενδιαφέρον και θεωρείται πιθανή πηγή κρίσιμων ορυκτών και ενεργειακών αποθεμάτων.
Ωστόσο, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας χρειάστηκε πρόσφατα να παρέμβει απέναντι σε κοινοπραξία με διασυνδέσεις στο περιβάλλον Τραμπ, η οποία ενδιαφερόταν για πετρελαϊκές έρευνες χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια για γεωτρήσεις.
Τέτοιες υποθέσεις τροφοδοτούν στην Ευρώπη την καχυποψία ότι η αμερικανική στρατηγική για τις πρώτες ύλες συνδέεται πολλές φορές περισσότερο με μονομερή εθνικά ή επιχειρηματικά συμφέροντα παρά με ένα σταθερό πλαίσιο συνεργασίας.
Πώς η Κίνα έχτισε την κυριαρχία της
Η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στην αμερικανική και την κινεζική προσέγγιση είναι ο χρόνος.
Το Πεκίνο εργάζεται εδώ και δεκαετίες για να ελέγξει κρίσιμα σημεία της παγκόσμιας αλυσίδας παραγωγής.
Η Κίνα δεν περιορίστηκε στην εξόρυξη ορυκτών. Επένδυσε σε τεχνολογία επεξεργασίας, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, τεχνογνωσία και διεθνείς συμφωνίες.
Παράλληλα, συγκέντρωσε μεγάλο μέρος της εγχώριας βιομηχανίας σπάνιων γαιών σε δύο βασικούς ομίλους, την China Rare Earth Group και την China Northern Rare Earth, ενισχύοντας τον κρατικό έλεγχο του κλάδου.
Οι κινεζικές αρχές έχουν επίσης αυστηροποιήσει σημαντικά τον έλεγχο της διάδοσης τεχνολογίας που σχετίζεται με κρίσιμες πρώτες ύλες και αντιμετωπίζουν πλέον ακόμη και το λαθρεμπόριο ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Το κινεζικό «όπλο» των εξαγωγών
Η μεγαλύτερη ανησυχία για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι ότι το Πεκίνο μπορεί να χρησιμοποιήσει τους εξαγωγικούς περιορισμούς ως μέσο πολιτικής πίεσης.
Ακόμη και η πιθανότητα περιορισμών αρκεί πολλές φορές για να επηρεάσει τις αγορές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έρβιο, μια σχετικά εξειδικευμένη σπάνια γαία, η τιμή του οποίου κατέγραψε απότομη άνοδο λόγω φόβων ότι ενδέχεται να συμπεριληφθεί σε νέους κινεζικούς περιορισμούς μετά τη λήξη της εκεχειρίας τον Νοέμβριο.
Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, ακόμη και ένα υλικό που είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο κρίκο για τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρονικά ή αμυντικά συστήματα.
Η μεγάλη δοκιμασία έρχεται τον Νοέμβριο
Η λήξη της συμφωνίας για τους εξαγωγικούς περιορισμούς θα αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ.
Η Ουάσινγκτον έχει πράγματι κινητοποιήσει δισεκατομμύρια, έχει κλείσει συμφωνίες με συμμάχους και έχει κάνει την ασφάλεια των κρίσιμων ορυκτών κεντρικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής της.
Όμως η δημιουργία ορυχείων, μονάδων επεξεργασίας και νέων διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων χρειάζεται χρόνια και όχι μήνες.
Και εκεί βρίσκεται το βασικό πλεονέκτημα του Πεκίνου.
Η Κίνα έχει ήδη το δίκτυο που οι ΗΠΑ προσπαθούν τώρα να δημιουργήσουν.
Η αμερικανική οικονομία παραμένει πολύ ισχυρότερη σε πολλούς τομείς και η Ουάσινγκτον διαθέτει τεράστια οικονομικά μέσα για να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση των κρίσιμων πρώτων υλών το χρήμα από μόνο του δεν αρκεί.
Χρειάζεται μακροχρόνια βιομηχανική στρατηγική, συνεργασία με συμμάχους, σταθερότητα στις συμφωνίες και χρόνος.
Μέχρι τότε, η δυνατότητα της Κίνας να περιορίζει την πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά παραμένει ένα από τα ισχυρότερα εμπορικά όπλα που διαθέτει απέναντι στις ΗΠΑ.
