Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει την πίεση προς το Ιράν, απειλώντας με δευτερογενείς κυρώσεις όχι μόνο την Τεχεράνη αλλά και χώρες και εταιρείες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται μαζί της, στο πλαίσιο μιας «οικονομικής D-Day». Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως η Κίνα, η Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ Ινδία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν έχουν επίσης έκθεση στις ιρανικές σχέσεις, με την Ουάσινγκτον να επιχειρεί να περιορίσει τις εξαγωγές πετρελαίου και τις χρηματοπιστωτικές ροές της Τεχεράνης.
Πιο αναλυτικά
Σε νέα φάση περνά η αμερικανική πίεση προς το Ιράν, με τον Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί πλέον όχι μόνο την Τεχεράνη αλλά και οποιαδήποτε χώρα, τράπεζα ή επιχείρηση συνεχίζει να της προσφέρει οικονομική «σανίδα σωτηρίας». Η προειδοποίηση για «τρομερές οικονομικές συνέπειες» ανοίγει τον δρόμο για εκτεταμένες δευτερογενείς κυρώσεις και φέρνει στο επίκεντρο τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους του Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι είχε δώσει στην ιρανική ηγεσία την ευκαιρία να καταλήξει σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η Τεχεράνη δεν την αξιοποίησε.
Σε ιδιαίτερα επιθετική ανάρτησή του προανήγγειλε αυτό που παρουσίασε ως τη μεγαλύτερη επιχείρηση οικονομικού πολέμου που έχει εξαπολυθεί ποτέ εναντίον μιας χώρας, κάνοντας λόγο για μια «οικονομική D-Day».
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η νέα στρατηγική της Ουάσινγκτον δεν περιορίζεται στο ίδιο το Ιράν.
Στο στόχαστρο μπορούν να βρεθούν και τρίτες χώρες που διατηρούν εμπορικές, ενεργειακές ή χρηματοπιστωτικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
Με βάση οικονομικά στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η Κίνα βρίσκεται μακράν στην πρώτη γραμμή του κινδύνου, ενώ σημαντική έκθεση έχουν επίσης η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ινδία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν.
Κίνα: Ο κρίσιμος αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου
Η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο οικονομικό εταίρο του Ιράν στον ενεργειακό τομέα και τον βασικό προορισμό των εξαγωγών αργού της Τεχεράνης.
Περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου κατευθύνεται προς την κινεζική αγορά, ενώ, σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, οι εισαγωγές κινήθηκαν κατά μέσο όρο στα 1,38 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2025.
Σημαντικό ρόλο έχουν αποκτήσει τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, τα οποία αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ιρανικού αργού και έχουν σχετικά περιορισμένη έκθεση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Για χρόνια, το εμπόριο αυτό έχει αναπτυχθεί μέσα από πολύπλοκες διαδρομές, με φορτία να εμφανίζονται ορισμένες φορές ως προερχόμενα από άλλες χώρες και συναλλαγές να πραγματοποιούνται σε γουάν αντί για δολάρια.
Η Ουάσινγκτον έχει ήδη δείξει ότι είναι διατεθειμένη να κινηθεί εναντίον κινεζικών επιχειρήσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις σε ανεξάρτητο διυλιστήριο για αγορές ιρανικού πετρελαίου και προειδοποιώντας χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για πιθανές δευτερογενείς κυρώσεις.
Εάν ο Τραμπ υλοποιήσει πλήρως τις νέες απειλές του, η Κίνα θα αποτελέσει το μεγαλύτερο τεστ της αμερικανικής στρατηγικής.
ΗΑΕ: Από βασικός εμπορικός κόμβος σε απόσταση από την Τεχεράνη
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούσαν επί χρόνια έναν από τους σημαντικότερους κόμβους μέσω των οποίων το Ιράν είχε πρόσβαση σε αγαθά, κεφάλαια και επανεξαγωγές.
Το 2024, τα ΗΑΕ αντιπροσώπευαν περίπου το 30% των συνολικών ιρανικών εισαγωγών, συνολικής αξίας περίπου 21 δισ. δολαρίων, και το 13% των εξαγωγών της χώρας.
Το μη πετρελαϊκό εμπόριο μεταξύ των δύο πλευρών είχε φτάσει τα 6,6 δισ. δολάρια, με σημαντικό μέρος του να αφορά επανεξαγωγές.
Η εικόνα, όμως, έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.
Τα Εμιράτα ανέστειλαν χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συναλλαγές με το Ιράν, επικαλούμενα τη στρατιωτική κλιμάκωση και τον αυξημένο κίνδυνο για την περιφερειακή ασφάλεια.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει έναν από τους σημαντικότερους εξωτερικούς οικονομικούς διαύλους της Τεχεράνης, πριν ακόμη αποσαφηνιστεί το πλήρες εύρος των νέων μέτρων του Τραμπ.
Τουρκία: Το φυσικό αέριο στο επίκεντρο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Τουρκία, η οποία διατηρεί στενές εμπορικές και ενεργειακές σχέσεις με το Ιράν.
Η Άγκυρα εισάγει σημαντικές ποσότητες ιρανικού φυσικού αερίου, ενώ εξάγει προς την Τεχεράνη βιομηχανικά και μεταποιημένα προϊόντα.
Το διμερές εμπόριο κινείται περίπου στα 5 έως 6 δισ. δολάρια ετησίως, με τις τουρκικές εξαγωγές προς το Ιράν να ανέρχονται περίπου στα 3 δισ. δολάρια.
Το ενεργειακό σκέλος είναι ακόμα πιο κρίσιμο.
Το Ιράν καλύπτει περίπου το 13% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου της Τουρκίας, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε αμερικανική απαίτηση για δραστικό περιορισμό των συναλλαγών ιδιαίτερα δύσκολη για την Άγκυρα.
Μέχρι στιγμής, η τουρκική κυβέρνηση δεν έχει δείξει πρόθεση να διακόψει τις οικονομικές της σχέσεις με την Τεχεράνη.
Εάν, όμως, η Ουάσινγκτον περάσει σε αυστηρές δευτερογενείς κυρώσεις, η Τουρκία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με το δίλημμα της ενεργειακής της ασφάλειας από τη μία και της πρόσβασης στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα από την άλλη.
Ινδία: Το εμπόριο έχει ήδη συρρικνωθεί
Πολύ διαφορετική είναι η εικόνα για την Ινδία, η οποία έχει περιορίσει δραστικά τις οικονομικές της σχέσεις με το Ιράν μετά την προηγούμενη αυστηροποίηση των αμερικανικών κυρώσεων.
Το διμερές εμπόριο είχε φτάσει περίπου τα 17 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2018-2019, αλλά υποχώρησε απότομα όταν η Ουάσινγκτον σκλήρυνε το καθεστώς κυρώσεων.
Το 2019-2020 είχε πέσει περίπου στα 4,8 δισ. δολάρια, ενώ για το οικονομικό έτος 2025-2026 περιορίστηκε στα 1,63 δισ. δολάρια.
Από αυτά, περίπου 1,3 δισ. δολάρια αφορούν ινδικές εξαγωγές προς το Ιράν, κυρίως τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα, όπως δημητριακά, τσάι, καφές και μπαχαρικά.
Η Νέα Δελχί υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος αυτών των συναλλαγών έχει ανθρωπιστικό χαρακτήρα και θα πρέπει να εξαιρεθεί από ένα ενδεχόμενο νέο αμερικανικό καθεστώς περιορισμών.
Αρμενία: Το Ιράν είναι ενεργειακός και εμπορικός διάδρομος
Για την Αρμενία, το ζήτημα είναι διαφορετικό, καθώς το Ιράν δεν είναι απλώς ένας εμπορικός εταίρος αλλά και κρίσιμος γεωγραφικός και ενεργειακός διάδρομος.
Το 2025, το Ιράν αντιπροσώπευε περίπου το 3,6% του συνολικού αρμενικού εμπορίου, με τις συναλλαγές να φτάνουν τα 768 εκατ. δολάρια.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το διμερές εμπόριο αυξήθηκε κατά 8,4%, φτάνοντας τα 371,4 εκατ. δολάρια.
Ακόμη σημαντικότερη είναι η ενεργειακή συνεργασία.
Οι δύο χώρες εφαρμόζουν πρόγραμμα ανταλλαγής μέσω του οποίου η Αρμενία λαμβάνει ιρανικό φυσικό αέριο, το χρησιμοποιεί για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και επιστρέφει μέρος της παραγόμενης ενέργειας στο Ιράν.
Παράλληλα, περίπου το 20% του εξωτερικού εμπορίου της Αρμενίας συνδέεται με διαδρομές μέσω του Ιράν, γεγονός που καθιστά μια πλήρη οικονομική αποσύνδεση ιδιαίτερα δύσκολη.
Αζερμπαϊτζάν: Ανοδική πορεία στις συναλλαγές
Αυξητικές τάσεις καταγράφονται και στις εμπορικές σχέσεις μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Ιράν.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η συνολική αξία του διμερούς εμπορίου αυξήθηκε κατά 4,5%, φτάνοντας τα 312,6 εκατ. δολάρια, έναντι 299,1 εκατ. δολαρίων το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Οι εισαγωγές του Αζερμπαϊτζάν από το Ιράν έφτασαν περίπου τα 297 εκατ. δολάρια, ενώ οι αζερικές εξαγωγές προς το Ιράν αυξήθηκαν περισσότερο από δύο φορές, στα 15,6 εκατ. δολάρια.
Αν και οι όγκοι αυτοί είναι πολύ μικρότεροι από εκείνους της Κίνας ή της Τουρκίας, η γεωγραφική εγγύτητα και οι περιφερειακές υποδομές καθιστούν τις σχέσεις των δύο χωρών σημαντικές για την Τεχεράνη.
Τι είναι οι δευτερογενείς κυρώσεις και γιατί προκαλούν φόβο
Το ισχυρότερο όπλο της Ουάσινγκτον δεν είναι οι κυρώσεις που επιβάλλονται απευθείας στο Ιράν.
Είναι οι δευτερογενείς κυρώσεις, μέσω των οποίων οι ΗΠΑ μπορούν να τιμωρούν ξένες επιχειρήσεις και τράπεζες επειδή συναλλάσσονται με οντότητες που βρίσκονται υπό αμερικανικούς περιορισμούς.
Για μια μεγάλη διεθνή εταιρεία, το δίλημμα είναι συχνά απλό αλλά επώδυνο:
να συνεχίσει να δραστηριοποιείται στο Ιράν ή να προστατεύσει την πρόσβασή της στην τεράστια αμερικανική αγορά και στο σύστημα του δολαρίου.
Σε προηγούμενους γύρους κυρώσεων, αυτή ακριβώς η πίεση είχε οδηγήσει πολλές ευρωπαϊκές και ασιατικές επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν την ιρανική αγορά, ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις τους διαφωνούσαν πολιτικά με την αμερικανική γραμμή.
Η πραγματική δοκιμασία θα είναι η Κίνα
Η νέα στρατηγική Τραμπ μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά απέναντι σε μικρότερες οικονομίες ή επιχειρήσεις που εξαρτώνται έντονα από τις ΗΠΑ.
Η μεγάλη πρόκληση, όμως, είναι το Πεκίνο.
Η Κίνα διαθέτει το οικονομικό μέγεθος, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις κρατικά ελεγχόμενες εταιρείες που μπορούν να της επιτρέψουν να συνεχίσει μέρος των συναλλαγών με την Τεχεράνη παρά την αμερικανική πίεση.
Εάν η Ουάσινγκτον επιχειρήσει να διακόψει πραγματικά τις κινεζικές αγορές ιρανικού πετρελαίου, η αντιπαράθεση μπορεί να ξεφύγει από τα όρια της πολιτικής απέναντι στο Ιράν και να μετατραπεί σε νέο μέτωπο στον ήδη τεταμένο οικονομικό ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας.
Μια «οικονομική D-Day» με διεθνείς συνέπειες
Ο Τραμπ θέλει να μετατρέψει την οικονομική απομόνωση σε κεντρικό εργαλείο πίεσης προς την Τεχεράνη, επιχειρώντας να περιορίσει τις εξαγωγές πετρελαίου, τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και τις εμπορικές διόδους του Ιράν.
Το εύρος της στρατηγικής, όμως, σημαίνει ότι οι συνέπειες δύσκολα θα περιοριστούν στα ιρανικά σύνορα.
Κίνα, Τουρκία, χώρες του Κόλπου, Ινδία και γειτονικά κράτη του Ιράν καλούνται πλέον να υπολογίσουν πόσο οικονομικό κόστος είναι διατεθειμένα να αναλάβουν για να διατηρήσουν τις συναλλαγές τους με την Τεχεράνη.
Και εκεί ακριβώς θα κριθεί εάν η «οικονομική D-Day» του Τραμπ θα οδηγήσει σε πραγματική απομόνωση του Ιράν ή σε μια πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση της Ουάσινγκτον με τους εμπορικούς του εταίρους.
