Η Αθήνα αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, ενώ η δυναμική ανάπτυξή της προκαλεί πλέον και σημαντικές πιέσεις, όπως επισήμανε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Ο κ. Στουρνάρας μίλησε στο συνέδριο «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη», το οποίο οργανώνει η εφημερίδα «Το Βήμα» στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά την τοποθέτησή του, χαρακτήρισε την πρωτεύουσα τον σημαντικότερο οικονομικό πόλο της χώρας, καθώς η Αττική παράγει σχεδόν το μισό της εθνικής Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν το ιδιαίτερα μεγάλο οικονομικό βάρος της Αθήνας. Με κατά κεφαλήν ΑΕΠ που πλησιάζει τα 30.000 ευρώ, έναντι 21.000 ευρώ σε επίπεδο χώρας, η Αττική βρίσκεται στην πρώτη θέση. Παράλληλα, στην περιφέρεια πραγματοποιείται περίπου το ένα τρίτο των ακαθάριστων εθνικών επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου και συγκεντρώνεται σχεδόν το 40% της συνολικής απασχόλησης. Η οικονομική δραστηριότητα της πρωτεύουσας εκτείνεται σε πολλούς κλάδους του τριτογενούς τομέα, όπως το εμπόριο, οι μεταφορές, η εστίαση, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και η διαχείριση ακινήτων.

Κεντρική θέση σε αυτή τη δραστηριότητα κατέχει ο τουρισμός. Κατά το 2025, η Αττική κατέγραψε τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα μεταξύ των ελληνικών περιφερειών, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 125,3% σε σύγκριση με το 2019 και οι επισκέψεις κατά 63,8%. Από 14,7% το 2019, το μερίδιο της Αττικής στις ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθε σε 25,8% το 2025. Η άνοδος αυτή ενισχύει ένα εκτεταμένο επιχειρηματικό οικοσύστημα, στο οποίο συμμετέχουν ξενοδοχεία, επιχειρήσεις εστίασης, εμπορικά καταστήματα, μεταφορές, ο πολιτισμός και η αγορά ακινήτων.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η επιτυχία της Αθήνας έχει πλέον και σημαντικό κόστος. Η συγκέντρωση πληθυσμού, επενδύσεων, επιχειρήσεων και επισκεπτών αυξάνει τη ζήτηση για κατοικία, μεταφορές, ενέργεια και υποδομές. Ενδεικτική είναι η πορεία των ακινήτων: οι τιμές των διαμερισμάτων ενισχύθηκαν κατά 6,6% το 2025, ενώ το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 5%. Παρότι η εξέλιξη αυτή αντανακλά την επενδυτική δυναμική της πόλης, ταυτόχρονα δυσχεραίνει την εξασφάλιση προσιτής κατοικίας για τους νέους και για τα νοικοκυριά χαμηλότερων και μεσαίων εισοδημάτων.

Όπως ανέφερε ο διοικητής της ΤτΕ, το στεγαστικό πρόβλημα υπερβαίνει την κοινωνική του διάσταση. Όταν το κόστος κατοικίας αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα, περιορίζεται η κινητικότητα των εργαζομένων, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό και το κόστος διαβίωσης ανεβαίνει. Αντίστοιχες επιπτώσεις προκαλεί και η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η οποία μειώνει την παραγωγικότητα μέσω των χαμένων παραγωγικών ωρών, του ακριβότερου κόστους μετακίνησης και της αυξημένης κατανάλωσης ενέργειας.

Για την αντιμετώπιση των πιέσεων χρειάζεται ένας νέος επενδυτικός κύκλος στις μητροπολιτικές υποδομές. Σε αυτόν περιλαμβάνονται το μετρό, ο προαστιακός, οι δημόσιες συγκοινωνίες, οι ψηφιακές και ενεργειακές υποδομές, τα αντιπλημμυρικά έργα και η ενίσχυση του αστικού πρασίνου. Ταυτόχρονα, απαιτούνται παρεμβάσεις που θα διευρύνουν την προσφορά κατοικιών.

Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, δεν περιορίζεται στην πορεία της πρωτεύουσας. Η Αθήνα πρέπει να γίνει επιταχυντής του παραγωγικού μετασχηματισμού σε ολόκληρη τη χώρα, προσελκύοντας περισσότερη καινοτομία και επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας και ενισχύοντας τη σύνδεσή της με την περιφέρεια.

Επιδίωξη δεν είναι να συνυπάρχουν μια ισχυρή πρωτεύουσα και μια πιο αδύναμη περιφέρεια, αλλά μια ανταγωνιστική μητρόπολη που θα στηρίζει τη μετάβαση σε μια Ελλάδα πιο παραγωγική και περισσότερο εξωστρεφή, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ.