Την ανάγκη παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, ως όρο για την ασφάλεια της χώρας και την ανταπόκριση στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής, ανέδειξε ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος. Το έκανε σε συνάντηση της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, όπου συζητήθηκαν οι διεθνείς εξελίξεις και η αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Στη στρατηγική βαρύτητα και την ιστορική διαδρομή των σχέσεων Ελλάδας και ΗΠΑ αναφέρθηκε ο κ. Θεοδωρικάκος, επισημαίνοντας ότι «είναι σήμερα ισχυρότερες από ποτέ». Χαρακτήρισε την Ελλάδα πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και ζήτησε να εμβαθύνει περαιτέρω η συνεργασία των δύο χωρών στην άμυνα, την ενέργεια, τις επενδύσεις, τη βιομηχανία και την καινοτομία.
Κεντρικό θέμα της ομιλίας ήταν η αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας. «Χρειαζόμαστε μια οικονομία πιο ανταγωνιστική, με υψηλότερη παραγωγικότητα. Αυτή ακριβώς είναι η εθνική ανάγκη του παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, που έχουμε θέσει στο επίκεντρο της πολιτικής μας, με προτεραιότητα στη βιομηχανία και στη μεταποίηση, στην καινοτομία, στην αναγέννηση του πρωτογενούς τομέα και στη σύνδεση της παραγωγής με τις νέες τεχνολογίες», σημείωσε.
Ο υπουργός στάθηκε ακόμη στην ανάγκη να περιοριστούν οι κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες, τονίζοντας ότι ισχυρή και παραγωγική Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ισχυρή περιφερειακή ανάπτυξη.
Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του υπουργού Ανάπτυξης έχει ως εξής:
Κύριε Πρόεδρε,
εκλεκτοί προσκεκλημένοι,
κυρίες και κύριοι,
Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και για την ευκαιρία που μου δίνεται να συζητήσουμε σήμερα την πορεία ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, καθώς και τις μεγάλες προκλήσεις που έχει μπροστά της η πατρίδα μας.
Η Ελληνοαμερικανική Ένωση διατηρεί εδώ και χρόνια ξεχωριστή θέση στην ελληνική κοινωνία. Από το 1957, με το αξιόλογο έργο της στους τομείς της εκπαίδευσης και του πολιτισμού, ενισχύει έμπρακτα τους ιστορικούς δεσμούς φιλίας και συνεργασίας Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι σχέσεις αυτές εδράζονται σε κοινές αξίες και αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Ποτέ άλλοτε οι ελληνοαμερικανικοί δεσμοί δεν ήταν τόσο ισχυροί όσο σήμερα. Οι ΗΠΑ είναι ο σημαντικότερος στρατηγικός σύμμαχός μας, ενώ η Ελλάδα λειτουργεί ως αξιόπιστος και ισχυρός παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στόχος μας είναι να διευρύνουμε σταθερά αυτή τη στρατηγική σχέση, μέσα από συνεργασία με ουσιαστικό περιεχόμενο σε κάθε τομέα.
Η συνεργασία αφορά την άμυνα και την ενέργεια, τις παραγωγικές επενδύσεις, τη βιομηχανία και τη ναυπηγική, την έρευνα και την καινοτομία, καθώς επίσης την εκπαίδευση και τον πολιτισμό.
Η ενίσχυση αυτής της σχέσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στις σημερινές συνθήκες, που χαρακτηρίζονται από έντονη διεθνή αβεβαιότητα.
Κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε σε μια περίοδο σημαντικών γεωστρατηγικών αλλαγών.
Αλλάζουν οι όροι του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού.
Παράλληλα, μαίνονται πολεμικές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή μας, στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία.
Το ενεργειακό κόστος προκαλεί μεγάλες επιβαρύνσεις.
Επιταχύνονται οι τεχνολογικές εξελίξεις, με την εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης και τον αγώνα για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία στο ΑΙ.
Ταυτόχρονα, η εξασφάλιση πρόσβασης στις κρίσιμες πρώτες ύλες, απαραίτητες για να αναπτυχθούν οι νέες τεχνολογίες, έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα τόσο για την οικονομική ανταγωνιστικότητα όσο και για τη στρατηγική ασφάλεια.
Σε αυτό το παγκόσμιο περιβάλλον που μεταβάλλεται με καταιγιστικούς ρυθμούς, κάθε χώρα χρειάζεται στρατηγική για τη βιωσιμότητα και τις προοπτικές της οικονομίας της. Παράλληλα, πρέπει να ενισχύει την ανταγωνιστικότητά της και να θωρακίζει την οικονομική και εθνική ασφάλειά της.
Η πρόκληση είναι τεράστια για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη. Η ήπειρος δέχεται ισχυρές ανταγωνιστικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ενώ καθυστερεί σημαντικά να δώσει τη μάχη για την ανταγωνιστικότητα.
Σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας και αυξημένων αμυντικών δαπανών, αυτή η καθυστέρηση θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την κοινωνική συνοχή. Ενισχύει την ακροδεξιά, την πολιτική πόλωση και τις κοινωνικές συγκρούσεις, φαινόμενα που εμφανίζονται με διαφορετικούς τρόπους στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ισπανία.
Στην έκθεσή του για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, ο Μάριο Ντράγκι είχε προειδοποιήσει ότι, αν δεν γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές, η ήπειρος κινδυνεύει να περιέλθει σε «αργή παρακμή».
Πλέον, η Ευρώπη φαίνεται να αναγνωρίζει ότι χωρίς ισχυρή βιομηχανική και παραγωγική βάση δεν είναι εφικτή η πραγματική στρατηγική αυτονομία. Η Ελλάδα επιθυμεί και οφείλει να συμμετέχει ενεργά σε αυτή την προσπάθεια, ενισχύοντας την παραγωγική της βάση, προσελκύοντας περισσότερες επενδύσεις, διευρύνοντας την εξωστρέφεια και την καινοτομία και ενδυναμώνοντας τη θέση της στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.
Για την Ελλάδα, ωστόσο, η υιοθέτηση μιας τέτοιας στρατηγικής συνδέεται άμεσα και με την εθνική ισχύ και ασφάλεια.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια απαιτητική γεωπολιτική περιοχή, όπου κράτη με τα οποία διαχρονικά αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις της, όπως η Τουρκία, έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση τους.
Η σύγκριση των μεγεθών είναι χαρακτηριστική: το 1974, το ελληνικό ΑΕΠ έφθανε σχεδόν στο 71% του αντίστοιχου τουρκικού. Πλέον, το ποσοστό αυτό έχει περιοριστεί περίπου στο 18%.
Η διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας απαιτεί από την πατρίδα μας να διαθέτει ισχυρότατες Ένοπλες Δυνάμεις. Κατά την τελευταία επταετία, η αποτρεπτική τους ικανότητα ενισχύθηκε ουσιαστικά, μέσα από σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα και αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων τους.
Η αμυντική ισχύς, ωστόσο, δεν αποτελεί τη μοναδική βάση της δύναμης μιας χώρας. Για να είναι πραγματικά ισχυρή, χρειάζεται τόσο δυνατές Ένοπλες Δυνάμεις όσο και μια οικονομία παραγωγική και ανταγωνιστική στον ίδιο βαθμό.
Η διατήρηση πανίσχυρων ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων προϋποθέτει τη διάθεση των αναγκαίων πόρων, κάτι που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς ισχυρή οικονομία.
Επομένως, ο μετασχηματισμός της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας.
Τα τελευταία επτά χρόνια, χάρη στις πολιτικές της Κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και στις μεγάλες προσπάθειες των πολιτών, η Ελλάδα έχει καταγράψει πολύ σημαντικές επιτυχίες.
Η δημοσιονομική αξιοπιστία και η διεθνής εμπιστοσύνη αποκαταστάθηκαν μέσα από την πολιτική σταθερότητα και την εφαρμογή ενός σταθερού μεταρρυθμιστικού σχεδίου.
Από το επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, όπου βρισκόταν πριν από λίγα χρόνια, η Ελλάδα έχει φτάσει σήμερα να δανείζεται με χαμηλότερο κόστος ακόμη και από τέσσερα κράτη της G7.
Η επταετία έφερε θεαματική πτώση της ανεργίας, ισχυρότερα δημόσια οικονομικά, περισσότερες επενδύσεις και ανάκτηση της εμπιστοσύνης της διεθνούς κοινότητας προς την ελληνική οικονομία. Πρόκειται για σημαντικά επιτεύγματα, τα οποία δεν πρέπει ούτε να απαξιώνουμε ούτε να αντιμετωπίζουμε ως αυτονόητα.
Παρά τα βήματα προόδου στα δημόσια οικονομικά, παραμένει ένα σοβαρό διαρθρωτικό ζήτημα για την ελληνική οικονομία: τα ελλείμματα τόσο στο εμπορικό ισοζύγιο όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Οι δύο δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση, ωστόσο τα ελλείμματα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα, κοντά σε εκείνα του 2001, όταν η χώρα μας εντάχθηκε στην Ευρωζώνη.
Η δημοσιονομική σταθερότητα από μόνη της δεν αρκεί για να περιοριστούν αυτά τα ελλείμματα. Απαιτείται μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα, ώστε η οικονομία να αυξήσει τόσο την παραγωγή όσο και τις εξαγωγές της.
Στο επίκεντρο της πολιτικής μας βρίσκεται ακριβώς αυτή η εθνική προτεραιότητα: ο παραγωγικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας. Η προσπάθεια εστιάζει στη βιομηχανία και τη μεταποίηση, στην καινοτομία, στην αναζωογόνηση του πρωτογενούς τομέα και στη διασύνδεση της παραγωγής με τις νέες τεχνολογίες.
Το νέο παραγωγικό μοντέλο δεν περιορίζεται σε μια γενική ιδέα, αλλά προχωρά ως συγκεκριμένο πρόγραμμα με πρωταγωνιστικό ρόλο του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας είναι ήδη εμφανή.
Η βιομηχανία έχει πλέον προστιθέμενη αξία μεγαλύτερη από 32 δισεκατομμύρια ευρώ.
Από το 13,9% το 2019, το μερίδιο της βιομηχανίας στο ΑΕΠ ανέβηκε στο 15,5% το 2024. Την ίδια περίοδο, η συμμετοχή της μεταποίησης αυξήθηκε από 7,8% σε 8,9%. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η παραγωγική βάση της χώρας ενδυναμώνεται σταδιακά και σταθερά.
Η μεταποίηση πρόσθεσε 60.000 νέες θέσεις εργασίας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη συνολική αύξηση της απασχόλησης. Στην ελληνική οικονομία δημιουργήθηκαν 600.000 νέες θέσεις εργασίας κατά τα τελευταία επτά χρόνια.
Σημαντική άνοδο σημείωσαν οι εξαγωγές της μεταποίησης, ενισχύοντας την εξωστρέφεια του κλάδου: από 23 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019 έφτασαν τα 37 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, καταγράφοντας αύξηση 63%.
Ο Αναπτυξιακός Νόμος στράφηκε στις παραγωγικές και μεγάλες επενδύσεις, στη μεταποίηση και στην ελληνική περιφέρεια. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε υλοποίηση 930 επενδυτικά σχέδια, συνολικού ύψους άνω των 3,1 δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι ενισχύσεις ξεπερνούν το 1,5 δισεκατομμύριο και τα σχέδια προβλέπεται να δημιουργήσουν περισσότερες από 15.000 νέες θέσεις εργασίας.
Στο παρελθόν, το 90% των πόρων του Αναπτυξιακού Νόμου κατευθυνόταν στον τουρισμό. Πλέον, το αντίστοιχο 90% διοχετεύεται στη βιομηχανία.
Παράλληλα, καταφέραμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη της αγοράς. Οι αξιολογήσεις των αιτήσεων στον Αναπτυξιακό Νόμο απαιτούσαν συνήθως έως και δύο χρόνια.
Είχαμε δεσμευτεί ότι οι αιτήσεις για ένταξη επενδυτικών σχεδίων στον αναπτυξιακό νόμο θα κρίνονται εντός 90 ημερών, με διαφανή διαδικασία και σαφή κριτήρια. Η δέσμευση υλοποιήθηκε, οδηγώντας στον ταχύτερο χρόνο αξιολόγησης στην Ευρώπη για προγράμματα αυτού του είδους.
Επιστρέψαμε 150 εκατομμύρια ευρώ από επιχειρήσεις που είχαν λάβει επιδοτήσεις τα προηγούμενα είκοσι χρόνια, χωρίς να υλοποιήσουν τις επενδύσεις για τις οποίες τις είχαν λάβει. Η επιλογή αυτή αποδεικνύει σε όλους τους Έλληνες ότι τιμούμε και το τελευταίο ευρώ των φορολογουμένων. Ο νόμος οφείλει να εφαρμόζεται σε όλους, ακόμη κι όταν αυτό συνεπάγεται δύσκολες αποφάσεις. Θεωρώ πως πράξαμε σωστά.
Σημαντικές επενδύσεις, καινοτομία και εξαγωγική δραστηριότητα τροφοδοτούν την ισχυρή αναπτυξιακή πορεία βασικών κλάδων της ελληνικής βιομηχανίας.
Η φαρμακοβιομηχανία αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα, καθώς συνδυάζει την παραγωγή με την έρευνα, την καινοτομία, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Στη χώρα λειτουργούν 51 παραγωγικές μονάδες και 31 εγκαταστάσεις έρευνας και ανάπτυξης, ενώ οι επενδύσεις της τελευταίας εξαετίας ανέρχονται σε περίπου 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για κλάδο στρατηγικής βαρύτητας για την ελληνική οικονομία και την υγειονομική ασφάλεια της Ευρώπης.
Με κύκλο εργασιών που ξεπερνά τα 26 δισεκατομμύρια ευρώ, εξαγωγές 7,4 δισεκατομμυρίων και πάνω από 160.000 άμεσους εργαζομένους, η βιομηχανία τροφίμων είναι ο μεγαλύτερος τομέας της ελληνικής μεταποίησης. Αποτυπώνει χαρακτηριστικά πώς η σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τη μεταποίηση και την εξωστρέφεια μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στην οικονομία της χώρας.
Σημαντική είναι και η διεθνής παρουσία της ελληνικής βιομηχανίας αλουμινίου, η οποία καταγράφει θετικό εξαγωγικό ισοζύγιο που πλησιάζει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως.
Έπειτα από πολυετή υποχώρηση, η ναυπηγική και η ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία περνούν σε φάση ανασυγκρότησης, στην Ελευσίνα, τη Σύρο και τον Σκαραμαγκά. Ως μία από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές δυνάμεις διεθνώς, η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει αντίστοιχα ισχυρό ναυπηγικό κλάδο. Αυτό αφορά τόσο την παραγωγική ισχύ όσο και την εθνική ασφάλεια. Για τον λόγο αυτό, η αναγέννησή του είναι εθνικό στοίχημα και πυλώνας του νέου παραγωγικού μοντέλου. Στα ναυπηγεία Ελευσίνας, η στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την κρατική αναπτυξιακή τράπεζα DFC ενισχύει ακόμη περισσότερο τη γεωστρατηγική σημασία της επένδυσης. Η DFC χρηματοδότησε, μέσω ομολογιακού δανείου, την επαναφορά των ναυπηγείων σε κανονική οικονομική δραστηριότητα, με στόχο την επέκτασή τους στους τομείς του εμπορίου, των διαμετακομιστικών υπηρεσιών, της ενέργειας και της άμυνας.
Ταυτόχρονα, προχωρούμε στη χάραξη εθνικής στρατηγικής για τους ημιαγωγούς, έναν κρίσιμο τομέα που θα καθορίσει την τεχνολογική και παραγωγική ισχύ της επόμενης δεκαετίας.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζουν οι κρίσιμες πρώτες ύλες, καθώς η εξασφάλιση πρόσβασης σε αυτές καθίσταται μία από τις βασικές προϋποθέσεις για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Η ανάπτυξη και η παραγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης, των ημιαγωγών, της ηλεκτροκίνησης και των προηγμένων αμυντικών συστημάτων προϋποθέτουν την εξασφάλιση των αναγκαίων πρώτων υλών· χωρίς αυτές, καμία σχετική συζήτηση δεν μπορεί να γίνει σοβαρά.
Η χώρα μας μπορεί να διαμορφώσει σε αυτόν τον τομέα ένα σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα.
Ενδεικτική είναι η εμβληματική επένδυση της METLEN στην παραγωγή γαλλίου. Πρόκειται για σχέδιο στρατηγικής σημασίας, ύψους 340 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο εντάξαμε στις Εμβληματικές Επενδύσεις και στηρίζουμε από το Υπουργείο Ανάπτυξης με 120 εκατομμύρια ευρώ. Στόχος είναι να μπορεί η Ελλάδα να παράγει 50 τόνους γαλλίου κάθε χρόνο, ποσότητα ίση με τις συνολικές ετήσιες ανάγκες της ΕΕ. Για σύγκριση, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής χρειάζονται περίπου 20 τόνους ετησίως. Με την επένδυση αυτή, η Ελλάδα εντάχθηκε στον χάρτη των κρίσιμων πρώτων υλών.
Στην ίδια στρατηγική κατεύθυνση βρίσκεται η επένδυση της Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές Χαλκιδικής, αξίας άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων χρυσού και χαλκού.
Η επένδυση συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες ξένες παραγωγικές πρωτοβουλίες των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα και η σημασία της εκτείνεται πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναγνωρίζοντας αυτή τη διάσταση, ενέταξε το μεταλλείο των Σκουριών στα Στρατηγικά Έργα του ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες.
Η απόφαση αυτή αναγνωρίζει έμπρακτα τη δυνατότητα της Ελλάδας να συμβάλει στην ασφαλή τροφοδοσία της ελληνικής και ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο χαλκός, καθώς αποτελεί απαραίτητο υλικό για τα ηλεκτρικά δίκτυα, τις νέες τεχνολογίες και την ενεργειακή μετάβαση.
Παράλληλα, επιβεβαιώνεται η στρατηγική μας επιλογή να αξιοποιήσουμε τα ορυκτά αποθέματα του ελληνικού υπεδάφους με σύγχρονη τεχνολογία, περιβαλλοντικό σεβασμό και ουσιαστικό όφελος για την οικονομία, την απασχόληση και τις τοπικές κοινωνίες.
Η ενέργεια είναι, φυσικά, ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας. Αν το ενεργειακό κόστος δεν είναι ανταγωνιστικό, δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική ούτε η βιομηχανία.
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στη χώρα μας έχει σημειώσει αξιοσημείωτη άνοδο: το μερίδιό τους στην ηλεκτροπαραγωγή, από περίπου 37% το 2019, ανέρχεται πλέον στο 54%.
Επιδιώκουμε να αξιοποιήσουμε αυτή την εξέλιξη, ώστε να εξασφαλιστεί φθηνότερη ενέργεια για την ελληνική βιομηχανία και τη μεταποίηση, αλλά και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.
Σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και το GREGY, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Αιγύπτου, μέσω της οποίας προβλέπεται να μεταφέρονται 3.000 μεγαβάτ πράσινης ενέργειας. Με την ολοκλήρωσή του, αυτό το στρατηγικής σημασίας έργο θα δώσει τη δυνατότητα πρόσβασης σε οικονομικότερη ενέργεια και, κατά συνέπεια, θα συμβάλει στη μείωση του κόστους παραγωγής των ελληνικών προϊόντων.
Ταυτόχρονα προχωρούμε στον εκσυγχρονισμό των μεταφορικών υποδομών, ώστε να διευκολυνθούν η βιομηχανία και η μεταποίηση. Με απλά λόγια, τρένα κινούνται κοντά σε βιομηχανικές ζώνες, χωρίς όμως να υπάρχουν οι αναγκαίες υποδομές για να σταματούν, να φορτώνουν ή να ξεφορτώνουν προϊόντα. Το ζήτημα αυτό εξετάζουμε σήμερα στο πλαίσιο της αναβάθμισης των σιδηροδρομικών μεταφορών: ζητούμενο είναι να εξυπηρετούνται σημαντικά λιμάνια, βιομηχανικές μονάδες και επιχειρηματικά πάρκα, όπου επιδιώκουμε να αναπτυχθούν η βιομηχανία και οι επενδύσεις στον κλάδο.
Καθώς η γνώση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στη μάχη της ανταγωνιστικότητας, στηρίζουμε έμπρακτα την έρευνα και την καινοτομία, ως βασικούς άξονες του παραγωγικού μετασχηματισμού.
Σε όλη τη χώρα ολοκληρώνουμε έργα άνω των 300 εκατομμυρίων ευρώ για την αναβάθμιση των ερευνητικών υποδομών. Η ενίσχυσή τους αποτελεί προϋπόθεση για την πρόοδο της εφαρμοσμένης έρευνας και της καινοτομίας, αλλά και για να επιστρέψουν περισσότεροι νέοι επιστήμονες που έφυγαν στο εξωτερικό κατά την κρίση. Στόχος είναι να βρουν θέσεις εργασίας υψηλού επιπέδου, με δυνατότητα να συνεισφέρουν στην οικονομία και να αμείβονται πολύ καλύτερα.
Για την έρευνα και την ανάπτυξη παρέχουμε σημαντικά φορολογικά κίνητρα, με υπερεκπτώσεις που φτάνουν το 315%. Παράλληλα, προετοιμάζουμε ειδικό καθεστώς στον Αναπτυξιακό Νόμο, ύψους 150 εκατομμυρίων ευρώ, για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις νέες τεχνολογίες. Θα αφορά αποκλειστικά μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει να ενταχθούν το συντομότερο δυνατό στις νέες τεχνολογίες. Διαφορετικά, η δυνατότητά τους να παραμείνουν βιώσιμες θα είναι μεγάλο ερωτηματικό, τουλάχιστον σε ορισμένους τομείς.
Για να γίνει η οικονομία πιο παραγωγική και η Ελλάδα ισχυρότερη, απαιτείται, βεβαίως, μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση στην τεχνική εκπαίδευση και στα τεχνικά επαγγέλματα. Η βιομηχανία και η παραγωγή έχουν ανάγκη από εργαζομένους με τεχνική κατάρτιση και δεξιότητες. Παρότι οι επιχειρήσεις της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας αναζητούν σήμερα ανθρώπους με τεχνική ειδίκευση, δυσκολεύονται πολύ να τους εντοπίσουν. Η ανασυγκρότηση της τεχνικής εκπαίδευσης είναι αναγκαία για τον ουσιαστικό παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Μία από τις χειρότερες επιλογές της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα ήταν η διάλυση της τεχνικής εκπαίδευσης
Φίλες και φίλοι,
Τα ζητήματα που ανέφερα εντάσσονται σε μια ενιαία στρατηγική, η οποία αποσκοπεί τόσο σε μια πιο παραγωγική οικονομία όσο και στον περιορισμό των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων.
Μέχρι το 2030, η Ελλάδα έχει μπροστά της δύο μεγάλες προκλήσεις: να ανακόψει τη δημογραφική επιδείνωση και να περιορίσει τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες. Το δημογραφικό έχει πλέον καταστεί κρίσιμο ζήτημα για την εθνική ασφάλεια και τη βιωσιμότητα της πατρίδας και του έθνους. Αντίστοιχα, η μείωση των ανισοτήτων είναι καθοριστική για τη διασφάλιση της εθνικής συνοχής.
Για τον λόγο αυτό κατευθύνουμε περισσότερους πόρους και παραγωγικές επενδύσεις στην ελληνική περιφέρεια, καθώς και στις παραμεθόριες και λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της χώρας.
Ισχυρή και παραγωγική Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς δυναμική περιφερειακή ανάπτυξη. Επιδιώκουμε οι νέοι και οι νέες να έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους.
Προκειμένου, όμως, ένας νέος να μπορεί να ζήσει στον τόπο του, χρειάζεται να βρει μια καλή εργασία. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχουν υποδομές στην παιδεία και την υγεία, για να μπορούν ένας άντρας και μια γυναίκα να δημιουργήσουν εκεί οικογένεια.
Με αυτόν τον τρόπο θα συμβάλουμε και στην αντιμετώπιση του οξύτατου δημογραφικού προβλήματος, που αποτελεί σοβαρή απειλή για το μέλλον της πατρίδας μας.
Για να υλοποιηθούν όλα αυτά, απαιτείται μια συνολική εθνική στρατηγική, η οποία θα χαρακτηρίζεται από συνέπεια και διάρκεια και θα έχει κοινωνική στήριξη. Χρειάζεται να διαμορφωθεί μια ευρεία κοινωνική πλειοψηφία, η οποία θα εκφραστεί και στις προσεχείς εκλογές, με βασικό κορμό τη Νέα Δημοκρατία.
Στόχος είναι να εξασφαλίσουμε ότι η πατρίδα μας θα παραμείνει ισχυρή και ασφαλής, σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας και μεγάλων ανατροπών.
Η Ελλάδα μπορεί να είναι πραγματικά ασφαλής μόνο εφόσον είναι παραγωγική.
