Τη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους χαρακτήρισε «Επιτομή της κυβερνητικής αποτυχίας» ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Μιχάλης Κατρίνης, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Όπως υπογράμμισε, η κυβέρνηση απέρριψε βιώσιμες ρυθμίσεις και δεν προστάτευσε την κύρια κατοικία από την ανεξέλεγκτη δράση των funds, επιλέγοντας να στηριχθεί μόνο στον εξωδικαστικό μηχανισμό, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται χρέη σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος, σημείωσε, φτάνει τα 240 δισ. ευρώ, ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο αυξήθηκαν κατά 10 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο. Παραπέμποντας στην πιο πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, ανέφερε πως τα «κόκκινα» δάνεια ανέρχονται σε 79,2 δισ. ευρώ.
Στην εφορία βρίσκεται σε ρύθμιση μόλις το 4,9% των οφειλών, είπε, ενώ αρκετές από τις 70.000 ρυθμίσεις μέσω εξωδικαστικού μηχανισμού γίνονται ξανά «κόκκινες» μέσα σε 3–6 μήνες. Από τους οφειλέτες της εφορίας, μόνο 23.000 εντάχθηκαν στις 72 δόσεις, παρότι η κυβερνητική εκτίμηση έκανε λόγο για 1,5 εκατομμύριο. Παράλληλα, πάνω από 300.000 επαγγελματίες, αγρότες και αυτοαπασχολούμενοι εξακολουθούν να μην μπορούν να λάβουν σύνταξη εξαιτίας των χρεών τους.
Οι 120 δόσεις, τις οποίες η Νέα Δημοκρατία χλεύαζε όταν τις έθετε το ΠΑΣΟΚ, αποτελούν πλέον κυβερνητική επιλογή μετά το «Βατερλώ» του σχήματος των 72 δόσεων, επισήμανε. Ωστόσο, προβλέπεται επιτόκιο 5,84%, ενώ δεν εντάσσονται τα φορολογικά χρέη ούτε οι οφειλές που δημιουργήθηκαν το 2025 και το 2026.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το νομοσχέδιο δεν προβλέπει υποχρεωτική εκκαθάριση και επαλήθευση των οφειλών, αλλά αρκείται στην ενημέρωση από τους servicers. Επίσης, δεν καθιστά υποχρεωτική την πληροφόρηση για πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και εγγραφές στο Κτηματολόγιο. Ζήτησε, τέλος, να υπάρχει αναλογική σχέση ανάμεσα στις κατασχέσεις και στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.
Ο Μιχάλης Κατρίνης παρουσίασε τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την προστασία της κύριας κατοικίας, με βάση τον νόμο 3869/2010 και αναθεωρημένα κριτήρια, καθώς και για τη διαφύλαξη της αγροτικής γης όταν αποτελεί το μοναδικό μέσο επιβίωσης. Επίσης, αναφέρθηκε στη δυνατότητα των δανειοληπτών να αγοράζουν το δάνειό τους πριν από την πώληση ή την επαναπώλησή του στα funds, σε δίκαιη ρύθμιση για τους εγγυητές και στον επιμερισμό του συναλλαγματικού κινδύνου στα δάνεια σε ελβετικό φράγκο: 2/3 στην τράπεζα και 1/3 στον δανειολήπτη.
Επανέλαβε την πρόταση για εξόφληση οφειλών προς την εφορία και τον ΕΦΚΑ σε 120 δόσεις, με χαμηλό επιτόκιο και «κούρεμα» 30% εφόσον ο οφειλέτης τηρεί τη ρύθμιση. Παράλληλα, ζήτησε να μεταφερθούν παλαιές ρυθμίσεις που παραμένουν ενεργές και να αναβιώσουν όσες χάθηκαν με την καταβολή μίας δόσης. Πρότεινε ακόμη τη σύσταση επιτροπών διευθέτησης οφειλών, ανεξάρτητων από τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης, ώστε να εξετάζουν τις αρνήσεις ρύθμισης, να εισηγούνται λύσεις και να απαιτούν αιτιολόγηση των απορρίψεων.
Για τα πυρόπληκτα δάνεια που έχουν εγγύηση του Δημοσίου, ανέφερε ότι η κυβέρνηση περιορίζεται στην κατάργηση χρονικών αποκλεισμών, χωρίς να μειώνει το επιτόκιο ή να προβλέπει πρόσθετη διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων, ενώ παραμένει άλυτο και το ζήτημα των εγγυητών. Ζήτησε δίκαιο επιμερισμό της οφειλής, ώστε να προστατευθούν συνοφειλέτες και εγγυητές. «Η κρατική στήριξη δεν μπορεί να καταλήγει σε οικονομική εξόντωση των πυρόπληκτων», τόνισε.








