Οι εκλογές στο Ισραήλ δεν έδωσαν σαφή νικητή και έτσι παραμένουν ανοιχτά τόσο τα πολιτικά σχέδια του Μπενιαμίν Νετανιάχου όσο και το ενδεχόμενο αλλαγής στην εξωτερική πολιτική. Θα μπορούσε μια νέα κυβέρνηση να οδηγήσει στην εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία;

Η ισραηλινή αντιπολίτευση και πρόσφατη μελέτη από την Τουρκία υποδεικνύουν ότι η αποχώρηση του Νετανιάχου ενδέχεται να συμβάλει στην αποκλιμάκωση, χωρίς όμως να αρκεί για να αρθούν οι στρατηγικές διαφορές με την Άγκυρα. Πρόκειται για διαφωνίες ευρύτερου χαρακτήρα, τις οποίες δεν μπορεί να υπερβεί μόνο η αλλαγή προσώπου στην πρωθυπουργία.

Πρώτο αναδείχθηκε στις ισραηλινές εκλογές το στρατόπεδο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά χωρίς να συγκεντρώσει τις έδρες που απαιτούνται για κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Πίσω του βρίσκεται το αντίπαλο μπλοκ, με βασικό εκπρόσωπο τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Άιζενκοτ. Η ισχυρή εκλογική παρουσία των αραβικών κομμάτων μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τις μετεκλογικές εξελίξεις, όμως οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να συνεργαστούν με Άραβες βουλευτές, δυσχεραίνοντας τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Η πολιτική εκκρεμότητα είναι πιθανό να κρατήσει τον Νετανιάχου στην εξουσία για αρκετές εβδομάδες ακόμη, με την ιδιότητα του υπηρεσιακού πρωθυπουργού.

Η Τουρκία ως στρατηγική απειλή

Σε μελέτη που δημοσιοποίησε στις 25 Οκτωβρίου, το τουρκικό Ίδρυμα Ερευνών Οικονομικής Πολιτικής (TEPAV), με έδρα την Άγκυρα, εκτιμά ότι η αντιμετώπιση της Τουρκίας ως ενδεχόμενης στρατιωτικής απειλής διαμορφώνεται πλέον σε ευρύτερο στοιχείο της ισραηλινής στρατηγικής αντίληψης.

Οι Μπατουχάν Κιουπελί, Χατιτζέ Βαρόλ Νταγντελέν και Εκίν Νταγλί, που υπογράφουν τη μελέτη, υπενθυμίζουν πως από τον Ιανουάριο του 2025 η ισραηλινή Επιτροπή Νάγκελ είχε επισημάνει ότι απαιτείται προετοιμασία για πιθανή στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν αφορά μόνο τον Νετανιάχου. Τον Φεβρουάριο του 2026, ο Ναφτάλι Μπένετ, πρώην πρωθυπουργός, αποκάλεσε την Τουρκία «νέο Ιράν», ενώ τον Αύγουστο το Λικούντ εμφάνισε σε προεκλογική αφίσα τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πλάι σε ηγέτες του Ιράν και της Χεζμπολάχ.

Η έρευνα του TEPAV διαπιστώνει ότι οι κύριες δυνάμεις της ισραηλινής αντιπολίτευσης δεν απορρίπτουν ουσιαστικά αυτή την εκτίμηση. Οι διαφορές τους αφορούν κυρίως το πόσο έντονα και με ποια εργαλεία πρέπει να αντιμετωπιστεί η Τουρκία.

Η Συρία ως βασικό πεδίο αντιπαράθεσης

Κεντρικό πεδίο στρατηγικής σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο χώρες είναι η Συρία. Για το Ισραήλ, η αυξημένη τουρκική στρατιωτική παρουσία μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ μπορεί να περιορίσει την επιχειρησιακή του ελευθερία.

Ο Άιζενκοτ έχει θέσει ως προϋπόθεση για μια ευρύτερη συμφωνία ασφαλείας ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Συρία την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από τη χώρα.

Ο Γιαΐρ Λαπίντ, πρώην πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, υπερασπίστηκε την ισραηλινή επίθεση σε συριακό στρατιωτικό αεροδρόμιο, το οποίο συνδεόταν με σχέδια για την ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ μηχανισμών που θα απέτρεπαν μια στρατιωτική σύγκρουση.

Διαφορετική στάση κράτησε ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των Δημοκρατών, ασκώντας κριτική στο συγκεκριμένο πλήγμα και προειδοποιώντας για τις συνέπειες στις σχέσεις με την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι αντίθετες αυτές τοποθετήσεις αφήνουν περιθώριο σε μια νέα κυβέρνηση να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την τουρκική παρουσία στη Συρία, χωρίς να σημαίνουν ότι θα αποδεχθεί κατ’ ανάγκην τις στρατιωτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.

Ισραήλ, Ελλάδα και Ανατολική Μεσόγειος

Η συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία δεν συνδέεται μόνο με τις επιλογές του Νετανιάχου. Διαδοχικές κυβερνήσεις στο Ισραήλ την έχουν ενισχύσει, με σημαντική ανάπτυξη στους τομείς της άμυνας και της ενέργειας.

Προηγούμενη προσέγγιση προσφέρει ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα. Η επαναπροσέγγιση Ισραήλ και Τουρκίας ξεκίνησε υπό την κυβέρνηση Μπένετ–Λαπίντ και τον Αύγουστο του 2022 κατέληξε στην πλήρη αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων, όταν πρωθυπουργός ήταν πλέον ο Γιαΐρ Λαπίντ. Η συνεργασία με την Αθήνα και τη Λευκωσία συνεχίστηκε παράλληλα.

Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 2022, ο Λαπίντ είχε δώσει προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη τη διαβεβαίωση ότι η προσέγγιση με την Άγκυρα δεν θα έβλαπτε τις σχέσεις Ισραήλ και Ελλάδας. Είχε προηγηθεί, το 2016, η επισήμανση του Άβιγκντορ Λίμπερμαν, όταν συζητούνταν προηγούμενη συμφωνία εξομάλυνσης με την Τουρκία, ότι έπρεπε να υπολογιστούν οι επιπτώσεις στις σχέσεις με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο.

Μια επιπλέον παράμετρος είναι η πρόσφατη επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης. Στις 21 Οκτωβρίου, το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασε την απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου, με το επιχείρημα ότι πλήττει τα κυριαρχικά δικαιώματα στενών συμμάχων του Ισραήλ.

Το Παλαιστινιακό και η στάση των ΗΠΑ

Η Γάζα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο για την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ. Η Άγκυρα επιδιώκει να συμμετάσχει στις μεταπολεμικές ρυθμίσεις, θέση που συναντά αντιδράσεις και στους κόλπους της ισραηλινής αντιπολίτευσης. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ έχει ζητήσει να αποκλειστούν η Τουρκία και το Κατάρ από την επιρροή στο μεταπολεμικό καθεστώς της Γάζας, προκρίνοντας αντ’ αυτού τη συνεργασία με την Αίγυπτο.

Τη συμμετοχή της Τουρκίας και του Κατάρ έχει χαρακτηρίσει επίσης σοβαρό λάθος ο Γκάντι Άιζενκοτ. Αντί αυτής, προτείνει τη συγκρότηση διεθνούς σχήματος με ισχυρό ρόλο της Αιγύπτου, καθώς και την εκπαίδευση χιλιάδων Παλαιστινίων στην Αίγυπτο, ώστε να αναλάβουν καθήκοντα ασφάλειας στη Λωρίδα της Γάζας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, έχουν συμφέρον να αποτρέψουν στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο σημαντικούς περιφερειακούς εταίρους τους. Εξάλλου, κατά την κυβέρνηση Νετανιάχου, Τουρκία και Ισραήλ είχαν ήδη πραγματοποιήσει επαφές με στόχο να αποφύγουν επεισόδια στη Συρία.

Σύμφωνα με τη μελέτη του TEPAV, εάν το κυβερνητικό αδιέξοδο στο Ισραήλ παραταθεί, ενδέχεται να μεγαλώσει ο κίνδυνος στρατιωτικού επεισοδίου εξαιτίας λανθασμένου υπολογισμού.