Πάνω από την Ευρώπη πλανάται ένα νέο «φάντασμα», καθώς ενισχύεται ο κίνδυνος να μεταδοθούν τα δημοσιονομικά προβλήματα από χώρα σε χώρα. Αφετηρία αποτελεί η δημοσιονομική αποτυχία της Γαλλίας, αλλά πλέον απειλούνται ακόμη και κράτη που θεωρούνταν ότι είχαν αρχίσει να εξυγιαίνουν τα δημόσια οικονομικά τους.
Ενδεικτική είναι η Ιταλία, η οποία έχει μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμά της, αλλά η μακροοικονομική ανάκαμψή της παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη στην αύξηση που καταγράφουν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και, κατ’ επέκταση, στην επιβάρυνση του κόστους δανεισμού. Έπειτα από χρόνια κακής δημοσιονομικής διαχείρισης, το χρέος της αναμένεται φέτος να ανέλθει στο 139% του ΑΕΠ.
Οι πιέσεις εξαπλώνονται πέρα από την Ευρωζώνη
Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται εντός της Ευρωζώνης. Η Ρουμανία βρίσκεται εκ νέου σε πολιτική αναταραχή, μετά την αποτυχία συγκρότησης κυβέρνησης στις 30 Σεπτεμβρίου, ενώ οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων της κινούνται περίπου στο 7,3%.
Η Ευρώπη παραμένει ακόμη μακριά από την επανάληψη της κρίσης που έπληξε την Ευρωζώνη το 2010-2012. Υπάρχει, ωστόσο, αιτία για τη διαδοχή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την τελευταία δεκαετία: στις περιόδους ευημερίας δεν κατορθώνει συστηματικά να προετοιμαστεί για τις δυσκολότερες εποχές, όπως σημειώνει το Bloomberg.
Από τη διακοπή της πρόσβασης στο ρωσικό φυσικό αέριο το 2022 και τον πόλεμο με το Ιράν μέχρι τις υπέρμετρες γαλλικές δαπάνες, κάθε νέα φάση έντασης ενέχει τον κίνδυνο να ωθήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση στα όριά της. Εξετάζοντας, πέρα από τη Γαλλία, ορισμένα κράτη που παρουσιάζονται ως ιστορίες επιτυχίας του μπλοκ, προκύπτει μια περισσότερο ανησυχητική εικόνα, αφού, κατά την ανάλυση, οι θετικοί αριθμοί καλύπτουν εκτεταμένη δημοσιονομική ανευθυνότητα.
Η Ιταλία διεκδικεί ευρύτερη δημοσιονομική ευχέρεια
Στην πραγματικότητα, η Ιταλία εμφανίζει δημοσιονομικό πλεόνασμα, ενώ η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι συμπληρώνει σχεδόν τέσσερα χρόνια στην εξουσία, εξασφαλίζοντας στην παραδοσιακά ασταθή χώρα μια άνευ προηγουμένου περίοδο πολιτικής σταθερότητας. Παρά τα δεδομένα αυτά, συνεχίζει να ζητά αλλαγές στους ευρωπαϊκούς κανόνες, προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα αύξησης των δαπανών.
Κατά την ανάλυση, το ζήτημα έχει μεγαλύτερες διαστάσεις. Κράτη που πετυχαίνουν σχετικά αξιοπρεπείς οικονομικές επιδόσεις αντιμετωπίζουν το αποτέλεσμα ως άδεια για δημοσιονομική ανευθυνότητα κατά τα επόμενα χρόνια. Πρόκειται για λογική αντίστοιχη με εκείνη ενός ανθρώπου σε δίαιτα, ο οποίος πιστεύει ότι δέκα λεπτά περπατήματος τού επιτρέπουν να καταναλώσει έναν κουβά τηγανητές πατάτες.
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η Τσεχική Δημοκρατία. Ο λαϊκιστής δισεκατομμυριούχος που ηγείται της χώρας παρουσίασε προϋπολογισμό ο οποίος θα διευρύνει αισθητά το έλλειμμα, από 2,1% το 2025 σε 3,5% του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν παρατηρηθεί από το 2022.
Η Ισπανία αποτυπώνει το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πρόβλημα
Ακόμη πιο απογοητευτική είναι η κατάσταση στην Ισπανία. Μολονότι βρίσκεται αρκετά πίσω στις δημοσκοπήσεις, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ προκήρυξε νέες εκλογές. Έχοντας ήδη κυβερνήσει μέσω τριών διαδοχικών κυβερνήσεων μειοψηφίας, ενδέχεται να προσδοκά ότι θα εξασφαλίσει απροσδόκητα και μία τέταρτη εκλογική επικράτηση.
Στα πλεονεκτήματα της Ισπανίας συγκαταλέγονται οι μετανάστες που έχουν κοινή γλώσσα και προέρχονται από πολιτισμικά συμβατά περιβάλλοντα, όπως και οι ιδανικές κλιματικές συνθήκες για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα στοιχεία αυτά συμβάλλουν στις θετικές αναπτυξιακές επιδόσεις της. Εντούτοις, η υποχώρηση του ονομαστικού ελλείμματος δεν έχει συνοδευτεί από ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση.
Όπως επισημαίνει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, το διαρθρωτικό έλλειμμα της Ισπανίας δεν υποχωρεί. Πρόκειται για το έλλειμμα που θα καταγραφόταν εάν η χώρα αναπτυσσόταν σταθερά με τον υψηλότερο ρυθμό που μπορεί να διατηρήσει. Συνεπώς, δεν υφίσταται δημοσιονομικό περιθώριο για ενδεχόμενη εμφάνιση προβλημάτων στην οικονομική «μηχανή».
Κατά την ανάλυση, η Ισπανία αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο το ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Όταν ξεσπά μια κρίση, τα κράτη αναζητούν στήριξη από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως στις ευνοϊκότερες περιόδους δεν συγκροτούν αποθέματα ασφαλείας, ούτε για τα ίδια ούτε για ολόκληρο το μπλοκ.
Η Ισπανία, αντί να λειτουργήσει ως στήριγμα ισχύος για μια ήπειρο που δοκιμάζεται, έχει επιδιώξει να αναθέσει σε άλλους το δύσκολο έργο της διαχείρισης των αγορών. Στο πλαίσιο αυτό, έχει προτείνει τη δημιουργία ευρωπαϊκού μηχανισμού δανεισμού, από τον οποίο θα μπορούσε να εξασφαλίζει κεφάλαια για λογαριασμό της.
Η στεγαστική κρίση και οι πιέσεις στα δημόσια οικονομικά
Η απόπειρα του Πέδρο Σάντσεθ να θεσπίσει ελέγχους στα ενοίκια θεωρείται επίσης χαρακτηριστική περίπτωση: απορρίφθηκε από το κοινοβούλιο και είχε ως συνέπεια να προκηρυχθούν νέες εκλογές. Η στεγαστική ανεπάρκεια είναι υπαρκτό ζήτημα, ωστόσο, κατά την ανάλυση, ο Σάντσεθ επιχείρησε να το λύσει με λαϊκιστικά μέτρα που δεν είχαν μελετηθεί επαρκώς, όπως η αυτόματη ανανέωση των μισθωτηρίων συμβολαίων.
Απαιτείται ουσιαστική προσπάθεια για την επίλυση των ζητημάτων που οδήγησαν την Ισπανία από την κορυφή της κατασκευής κατοικιών, όταν πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση ανεγείρονταν 800.000 νέα σπίτια ετησίως, σε μια χώρα όπου πλέον επικρατεί η νοοτροπία «όχι στη δική μου αυλή» (NIMBY).
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές στρέφουν το βλέμμα τους προς την Ευρώπη και δεν τους αρέσει όσα διακρίνουν: μια ήπειρο που δεν έχει δώσει ουσιαστικές απαντήσεις στη γήρανση του πληθυσμού της και στα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια που αυτή συνεπάγεται.
Διακρίνουν εστίες ανάπτυξης, όπως η Πολωνία και η Ισπανία, χωρίς όμως να βλέπουν τις αντίστοιχες δημοσιονομικές αλλαγές που θα ήταν δυνατόν να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα αυτής της ανάπτυξης.
Οι πολιτικοί δυσκολεύονται να πουν στους ψηφοφόρους την αλήθεια για τις απαραίτητες θυσίες, την ίδια στιγμή που οι ψηφοφόροι αρνούνται να την αποδεχθούν ακόμη και όταν την ακούν. Οι επενδυτές αντιδρούν τόσο στις ανειλικρινείς, ανεφάρμοστες υποσχέσεις των λαϊκιστών όσο και στην αστάθεια που προκαλούν.
Κυρίως, οι αγορές διαπιστώνουν σε ολόκληρη την Ευρώπη απροθυμία για την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων στο κράτος πρόνοιας και στο μεταναστευτικό, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη στασιμότητα. Πολλά κράτη αρνούνται, παράλληλα, να προχωρήσουν στην κατασκευή νέων κατοικιών, αν και το στεγαστικό κόστος φρενάρει την ανάπτυξη και διώχνει τους νέους ανθρώπους.
Δεν είναι, συνεπώς, παράδοξο ότι οι αγορές ομολόγων σπρώχνουν τις αποδόσεις προς τα πάνω. Η Ευρώπη είναι μια γερασμένη ήπειρος που αρνείται να ενηλικιωθεί. Εξακολουθεί να ξοδεύει σαν να διανύει τα πρώτα χρόνια της νιότης της, χωρίς ωστόσο την εισοδηματική δυνατότητα που θα δικαιολογούσε τέτοιο ύψος δαπανών.
