Την Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2026, η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή θα ξεκινήσει την επεξεργασία του νομοσχεδίου του υπουργού Επικρατείας Άκη Σκέρτσου, που φέρει τον τίτλο «Απαγόρευση χρήσης επιγραμμικών υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους».
Το νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή χθες το βράδυ και προβλέπει κατώτατο όριο ηλικίας τα 15 έτη για την πρόσβαση στις επιγραμμικές υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, ως μέτρο πρόληψης και προστασίας των ανηλίκων. Την εποπτεία της εφαρμογής αναλαμβάνουν το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Η αιτιολογική έκθεση αναφέρει ότι οι διατάξεις αντιμετωπίζουν το ζήτημα της πρόσβασης παιδιών κάτω των δεκαπέντε (15) ετών σε επιγραμμικές υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική και ψυχική υγεία, την ομαλή ψυχοκοινωνική εξέλιξη και την ασφάλειά τους: «Η ευρεία διάδοση των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της καθημερινής χρήσης τους από παιδιά μικρής ηλικίας. Η πρώιμη έκθεσή τους σε αλγοριθμικά διαμορφούμενα περιβάλλοντα, τα οποία σχεδιάζονται ώστε να μεγιστοποιούν τον χρόνο παραμονής του χρήστη μέσω προσωποποιημένων συστάσεων, αδιάκοπης ροής περιεχομένου και λοιπών μηχανισμών ενίσχυσης της απασχόλησής του και της δέσμευσης της προσοχής του, συνδέεται με αυξημένους κινδύνους ανάπτυξης προβληματικών ή και εθιστικών προτύπων χρήσης».
Για να εφαρμοστεί στην πράξη το ηλικιακό όριο, προτείνεται η αξιοποίηση υφιστάμενων εθνικών ψηφιακών εργαλείων επαλήθευσης ηλικίας, μεταξύ των οποίων το Gov.gr Wallet και το KidsWallet. «Οι εφαρμογές αυτές αποτελούν ενδεικτικά εργαλεία και δεν καθιερώνονται ως αποκλειστικός τρόπος εφαρμογής της αξιολογούμενης ρύθμισης και, συνεπώς, διατηρείται η δυνατότητα χρήσης και άλλων ισοδύναμων λύσεων που πληρούν τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου» αναφέρει η ίδια έκθεση.
Οι ρυθμίσεις απευθύνονται κυρίως σε ανηλίκους μικρότερους των δεκαπέντε ετών, στους γονείς και κηδεμόνες τους, στους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και στις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές. Στις τελευταίες ανατίθεται η παρακολούθηση της εφαρμογής των προτεινόμενων διατάξεων.
