Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρέθηκε στα Χανιά, όπου μίλησε στην εκδήλωση προς τιμήν του Μίνωα Ζομπανάκη, την οποία οργάνωσε ο Φιλολογικός Σύλλογος Χανίων «Ο Χρυσόστομος».

Ο πρωθυπουργός ανέφερε στην ομιλία του:

«Καταρχάς, κ. Πρόεδρε, σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να βρεθώ σήμερα μαζί σας και να ενημερωθώ για μια πτυχή της ιστορίας της οικογενείας μου, την οποία οφείλω να πω ότι δεν γνώριζα.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα εντάξω, λοιπόν, στα οικογενειακά μας αρχεία τα τεκμήρια για τη διδακτική δράση του παππού μου, Κυριάκου Μητσοτάκη. Τον θεωρούσα πάντοτε σπουδαίο άνθρωπο που πολέμησε στη Μακεδονία, όμως αποδείχθηκε πως η προσωπικότητά του είχε πολύ περισσότερες πλευρές απ’ όσες είχα φανταστεί κι εγώ.

Σας ευχαριστώ ακόμη για τη δυνατότητα να είμαι σήμερα εδώ και να καταθέσω μερικές σκέψεις για τον Μίνω Ζομπανάκη. Είμαι βέβαιος πως, αν καθόταν απόψε σε κάποια γωνιά της αίθουσας, θα χαμογελούσε ειρωνικά και θα μας παρότρυνε να αφήσουμε τις επισημότητες και τους επαίνους, περνώντας κατευθείαν στην ουσία.

Η ζωή του συνιστούσε διαρκή δοκιμασία τόλμης και διορατικότητας, με τις ιδέες να μετατρέπονται σε έργο χωρίς πολλά λόγια. Δεν ήταν ποτέ άνθρωπος χαμηλών τόνων: βασιζόταν στα επιχειρήματά του και διεκδικούσε πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε κάθε επαγγελματική ή κοινωνική περίσταση γινόταν αισθητή η ισχυρή παρουσία του, σχεδόν αβίαστα, χάρη στην ασυνήθιστη αυτοπεποίθησή του και χωρίς να χρειάζεται την επιδοκιμασία των άλλων. Ίσως επειδή γνώριζε ο ίδιος καλά την αξία του και τις δυνατότητές του.

Αυτήν ακριβώς τη στάση ζωής ενός ξεχωριστού Έλληνα και Κρητικού τιμούμε απόψε. Για μένα, η παρουσία εδώ δεν περιορίζεται στην εκπλήρωση ενός θεσμικού χρέους: βρίσκομαι ανάμεσά σας ως άνθρωπος που είχε την τύχη να γνωρίσει τον Ζομπανάκη προσωπικά, να ακούσει την «αιρετική» σκέψη του και να γίνει μάρτυρας της μακρόχρονης και ειλικρινούς φιλίας του με τον πατέρα μου.

Η φιλία αυτή στηριζόταν στην εμπιστοσύνη, ενώ παράλληλα ο Ζομπανάκης προσέφερε ευρύτερα τις υπηρεσίες του. Για χρόνια λειτουργούσε ως άτυπος σύμβουλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου, προσφέροντας ιδέες, κύρος και σημαντικές διεθνείς διασυνδέσεις σε κάθε πρωθυπουργό ή υπουργό της χώρας που ζητούσε τη βοήθειά του.

Ποτέ δεν επιδίωξε τίτλους ή αξιώματα, παρότι του προτάθηκαν αρκετά. Όπως έλεγε, προτιμούσε να προσφέρει διακριτικά, κυρίως στις δύσκολες περιόδους. Η αποστολή του δεν είχε κομματική ταυτότητα και αποσκοπούσε αποκλειστικά στην ενίσχυση της Ελλάδας· την υπηρετούσε, θα έλεγα, ως ρομαντικός πολίτης, αλλά και ως γνήσιος πατριώτης που έδινε έμφαση στη δράση και στο αποτέλεσμα.

Τα επιτεύγματά του στηρίχθηκαν στα «πρωτογενή υλικά» του τόπου μας: τη λεβεντιά, την ευθύτητα και τη στιβαρότητα. Αυτά τα γνωρίσματα έμεναν αναλλοίωτα στον χρόνο και φανερώνονταν σε κάθε κίνησή του. Ακόμη και το πυκνό μουστάκι του, πιστεύω, λειτουργούσε ως αιχμηρή υπενθύμιση ότι δεν είχαν απέναντί τους μόνο έναν τεχνοκράτη, αλλά έναν Κρητικό που δεν αστειεύεται.

Στη συνέχεια ο Ηλίας και ο Γκίκας θα αναφερθούν στη ζωή του: στην αρχή της στις Καλύβες, στα επιτεύγματά του και στην πορεία που τον οδήγησε στο Χάρβαρντ. Εκεί έγινε δεκτός χωρίς να διαθέτει πτυχίο. Δεν γνωρίζω ακριβώς πώς το πέτυχε, αλλά απέκτησε δύο μεταπτυχιακούς τίτλους και διδακτορικό.

Θα μιλήσουν επίσης για την αξιοσημείωτη πορεία του ως κορυφαίου τραπεζίτη και για τη σφραγίδα που άφησε στην παγκόσμια οικονομία με το Libor. Φαντάζομαι ότι ο Γκίκας θα εξηγήσει το θέμα. Επρόκειτο για μια εξαιρετικά ευφυή σύλληψη: κράτη και επιχειρήσεις μπορούσαν να εξασφαλίζουν μεγάλα δάνεια, μοιράζοντας τον κίνδυνο σε περισσότερες τράπεζες. Το κυμαινόμενο επιτόκιο διαμορφωνόταν με βάση τις εκτιμήσεις των μεγαλύτερων τραπεζών και κατένειμε το κόστος δανεισμού τους.

Αξίζει, ωστόσο, να επισημανθεί πως ο ίδιος δημιούργησε έναν νέο μηχανισμό διοχέτευσης κεφαλαίων και είχε το θάρρος να αναγνωρίσει τα όριά του. Από τα μέσα ήδη της δεκαετίας του ’70 έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζοντας αυτή την επέκταση του δανεισμού «τέρας του Φρανκεστάιν». Προειδοποίησε ότι η ανεξέλεγκτη χρηματοδότηση δικαιούχων χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αποπληρωμής θα κατέληγε σε αδιέξοδο.

Αν κάτι αξίζει, νομίζω, να κρατήσουμε από τη διαδρομή του Μίνου Ζομπανάκη, είναι πως έβλεπε την οικονομία ως πεδίο δράσης για να βελτιωθεί η ζωή των πολλών και όχι ως αυτοαναφορική άσκηση απληστίας των λίγων.

Για εκείνον, άλλωστε, το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορούσε να υπηρετεί την ανάπτυξη και την ισορροπία, αντί να μετατρέπεται σε ρινγκ σκληρής κερδοσκοπίας. Στη σκέψη του, επομένως, η οικονομική δικαιοσύνη συμπορευόταν πάντοτε με τον πολιτικό ρεαλισμό.

Η εμπειρία, θα έλεγα, ήταν εκείνη που διαμόρφωσε αυτή τη νοοτροπία και τον κράτησε γειωμένο, ακόμη κι όταν έφτασε στην ελίτ του παγκόσμιου πλούτου. Για χρόνια βρέθηκε στα κέντρα λήψης αποφάσεων και συνομίλησε με ηγέτες και μεγιστάνες, χωρίς ποτέ να «μεθύσει» από τη δύναμη του χρήματος ή να χάσει την εσωτερική πυξίδα του, που έδειχνε σταθερά προς την κοινωνική ευθύνη και τον πατριωτισμό.

Κάθε φορά που η Ελλάδα είχε ανάγκη, εκείνος δήλωνε «παρών» με ουσιαστικό και διακριτικό τρόπο. Όταν, στη Μεταπολίτευση, η χώρα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, η προσωπική του επιρροή άνοιξε πόρτες στις διεθνείς αγορές. Αργότερα, σε περιόδους αναταραχής, υποστήριζε σταθερά τρεις αρχές: ψυχραιμία, θεσμική σοβαρότητα και σαφές σχέδιο.

Η ζωή του Ζομπανάκη, με τη μυθιστορηματική της πορεία, είναι ακριβώς αυτό που μας γεμίζει αυτοπεποίθηση ως η καλύτερη εκδοχή του Ελληνισμού. Ένα παιδί από τις Καλύβες του Αποκόρωνα, έχοντας ως εφόδια μόνο την οξύνοια και το πείσμα του, πέτυχε να συνδιαμορφώσει μια παγκόσμια χρηματοπιστωτική πραγματικότητα.

Αν και το πεδίο του ήταν οι ψυχροί αριθμοί, η ζεστασιά του συναισθήματος δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Θυμάμαι καλά τις συζητήσεις μου με τον πατέρα μου: και οι δύο σπάνια στέκονταν σε δείκτες και επιμέρους λεπτομέρειες. Τους απασχολούσαν συνήθως η μεγάλη εικόνα, η ευθύνη της ηγεσίας, οι προτεραιότητες σε κάθε πολιτική στροφή και η ανάγκη οι Έλληνες να προχωρούν με αυτογνωσία.

Και πού κατέληγαν σταθερά; Στην Κρήτη, στα νέα και στους ανθρώπους της. Ο Μίνως, όπως επαναλαμβάνω, έπαιρνε καθημερινά από τις ρίζες του έμπνευση, δύναμη και χαρά. Γι’ αυτό τα Χανιά δεν θα λησμονήσουν ποτέ ένα από τα πιο φωτισμένα τέκνα τους: τον οικουμενικό Κρητικό, που με τη διαδρομή του δικαίωσε ένα διαχρονικό δίδαγμα του τόπου μας, πως όσο ψηλότερα ανεβαίνεις τόσο πιο γερά πρέπει να πατάς στη γη.

Μέσα από τις σελίδες της βιογραφίας του αγαπητού μας Ηλία Γαβριλάκη, ένα μέταλλο ακτινοβολεί στον χρόνο. Το έργο, καρπός γνώσης, μερακιού και σεβασμού, φώτισε όχι τόσο τον διεθνή τεχνοκράτη όσο τον άνθρωπο Ζομπανάκη. Και απέδειξε, αγαπητέ μου Ηλία, πως οι καλοί γιατροί δεν θεραπεύουν μόνο το σώμα, αλλά μπορούν με την ίδια φροντίδα να διασώζουν και τη μνήμη.

Είναι, μάλιστα, αξιέπαινο να γιορτάζουμε αυτό σε τούτο το ιστορικό τοπόσημο των Χανίων, με πρωτοβουλία του «Χρυσόστομου», του παλαιότερου Πολιτιστικού Συλλόγου του νησιού.

Αν ο «Χρυσόστομος» συμβολίζει τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, ο Ανδρέας και ο Κωστής, οι δύο γιοι του, εκφράζουν τη συνέχιση της παρακαταθήκης του. Η ανήσυχη φύση του πατέρα τους εξηγεί γιατί έχουν ήδη χαράξει τη δική τους αυτόφωτη και επιτυχημένη πορεία. Σε αυτήν, πάντως, αναγνωρίζονται ως σημείο αναφοράς οι στέρεες αρχές που πήραν από το σπίτι τους.

Ολοκληρώνω με τρεις ακόμη σκέψεις του σπουδαίου συμπατριώτη μας, που συγκράτησα από το βιβλίο.

Πρώτη σκέψη: η οικονομία και το τραπεζικό σύστημα έχουν υποχρέωση να υπηρετούν την κοινωνία, όχι η κοινωνία να υπηρετεί εκείνα.

Η δεύτερη, ίσως η πιο ενδιαφέρουσα, είναι ότι την πραγματική ιστορία δεν τη γράφουν όσοι κάθονται στις πρώτες σειρές· συχνά την καταγράφουν άνθρωποι που ζουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Πιστεύω ότι η τρίτη θέση του Ζομπανάκη αφορά όλους μας εδώ. «Την προσωπικότητά μου», έλεγε, «χαρακτηρίζουν η φιλοδοξία, η μετριοπάθεια και η συμπόνια. Δεν μπορείς να είσαι ευτυχής αν οι συνάνθρωποί σου υποφέρουν».

Αυτός είναι και ο λόγος που οφείλουμε να θυμόμαστε ότι, καθώς ζούμε στην ίδια κοινωνία, είμαστε όλοι συνοδοιπόροι και συνέταιροι.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς που μου δώσατε την ευκαιρία να μιλήσω για τον Μίνω Ζομπανάκη».