Ο Διονύσης Χαριτόπουλος συμπύκνωνε μια ολόκληρη αντίληψη για τη ζωή σε δύο σύντομες φράσεις: «Ζωή εκ του ασφαλούς δεν υπάρχει. Ούτε έρωτας». Η διατύπωση περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Σχέσεις – πόθου, πάθους, πόνου».
Σήμερα, η φράση αυτή προσφέρει έναν ιδιαίτερα ταιριαστό τρόπο να προσεγγίσουμε ξανά έναν συγγραφέα που παρατηρούσε την ανθρώπινη περιπέτεια με περιέργεια, σαρκαστική διάθεση και σταθερή προσήλωση στο βίωμα.
Οι εκδόσεις Τόπος ανακοίνωσαν στις 9 Οκτωβρίου τον θάνατό του, σε ηλικία 79 ετών, τηρώντας την απαίτηση του ίδιου για ακρίβεια: «Πέθανε ο Διονύσης Χαριτόπουλος». Η ανακοίνωση απέφυγε τις συνήθεις λεκτικές υπεκφυγές για το τέλος και αναφέρθηκε στα 24 βιβλία της διαδρομής του, που άρχισε το 1976. Τα έργα του δεν ήταν εύκολο να ενταχθούν σε συγκεκριμένες σχολές ή λογοτεχνικούς κύκλους..
Η δυσκολία κατάταξης αποτελεί και στοιχείο της γοητείας του. Από την ιστορική βιογραφία και την πεζογραφία έως το θέατρο, το δοκίμιο και τον αφορισμό, μετακινούνταν ανάμεσα σε είδη, επιστρέφοντας στα ίδια θεμελιώδη ζητήματα: πώς ζει κανείς, τι τον παρακινεί και τι μπορεί να παραδεχτεί για τον εαυτό του;

Στις συνεντεύξεις του αναφερόταν ξανά και ξανά στις ρίζες του: στα Μανιάτικα, την Τρούμπα, το γήπεδο και τις γυναίκες που αγάπησε. Αυτές οι εμπειρίες καθόρισαν τον τρόπο που αντιλαμβανόταν τον κόσμο, ενώ το βίωμα αποτελούσε, όπως έλεγε, την κρίσιμη πρώτη ύλη του ανθρώπου..
Η πρώτη του επαφή με τη λογοτεχνία έγινε όταν ήταν ακόμη παιδί, μέσα από τη «Γέφυρα των στεναγμών» του Μισέλ Ζεβακό, βιβλίο που είχε ξεχάσει ένας ναυτικός. Σε συνέντευξή του στον Γρηγόρη Μπέκο, στο «Βήμα», το 2016, είχε πει: «Εμένα το γράψιμο με έσωσε κυριολεκτικά». Παράλληλα, γνώριζε το προσωπικό κόστος αυτής της σωτηρίας, καθώς η αφοσίωσή του στο γράψιμο είχε επιβαρύνει τις σχέσεις του..
Ο έρωτας ως διαρκής ανάληψη κινδύνου
Στο βιβλίο «Σχέσεις», που εκδόθηκε το 2017, ο Χαριτόπουλος εξετάζει διαδοχικά την επιλογή συντρόφου, τη συμβίωση, τη ζήλια, την απιστία, τον πόθο και τον χωρισμό. Μέσα από αυτή την πορεία συγκροτείται ένας οδηγός παρατήρησης της ερωτικής συμπεριφοράς, με τις αντιφάσεις και τους συμβιβασμούς της.
Με τους αφορισμούς του αφαιρεί από τον έρωτα τις εγγυήσεις που συχνά απαιτούμε. Ακόμη και την ανάγκη για επιβεβαίωση την αναποδογυρίζει: σημαντικότερη είναι η δική μας δυνατότητα να ερωτευτούμε, παρά το να κερδίσουμε τον θαυμασμό ενός άλλου ανθρώπου. Για το τέλος μιας σχέσης αρκεί μια αμείλικτα λιτή φράση: «Ο χωρισμός είναι ακρωτηριασμός».
Στα γραπτά του διακρίνεται μια φιλοσοφία που προϋποθέτει έκθεση: για να νιώσει κανείς, πρέπει να ρισκάρει κάτι από τον εαυτό του. Η ερωτική εμπειρία φέρνει απώλεια ελέγχου, αμηχανία και αποτυχία. Αυτά ακριβώς γίνονταν για τον Χαριτόπουλο αφορμές τόσο για σκέψη όσο και για χιούμορ.
Η ομορφιά απέναντι στη φθορά της επιθυμίας
Και την ομορφιά την υποβάλλει στην ίδια δοκιμασία. Στις «Σχέσεις» χρησιμοποιεί τη Μόνικα Μπελούτσι σε έναν από τους πιο προκλητικούς αφορισμούς του: «Και την Μπελούτσι κάποιος θα έχει βαρεθεί να τη γαμάει». Η ωμότητα δεν είναι τυχαία: σταματά απότομα την εξιδανίκευση και φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη φθορά που συνοδεύει την επιθυμία.
Πίσω από την ατάκα υπάρχει και μια πιο ήσυχη ανάγνωση. Η εντυπωσιακή εξωτερική εμφάνιση δεν εξασφαλίζει διάρκεια σε μια σχέση. Η οικειότητα, η συνήθεια και η καθημερινή ζωή μετασχηματίζουν την επιθυμία με τρόπους που δεν μπορεί να ελέγξει καμία εικόνα τελειότητας.
Η οπτική του ήταν έντονα ανδρική και περιλάμβανε γενικεύσεις για τα φύλα που μπορεί να προκαλέσουν αντιρρήσεις. Αυτό σημειωνόταν και στην παρουσίαση της συνέντευξής του στο VICE, όπως την παραθέτει ο εκδότης του. Η αιρετική φωνή του αναδεικνύεται όταν προσεγγίζεται κριτικά και μαζί με τις αντιφάσεις της.
Αντίθετα, η αναφορά του στη Μαλβίνα Κάραλη είχε τρυφερό τόνο. Μιλώντας στη Μυρτώ Λοβέρδου για το Bovary, θυμόταν: «Στην καθημερινότητα, ήταν ένα κορίτσι από μέλι». Έφερνε στον νου το χαμόγελό της το πρωί και μια ιδιωτική πλευρά της, διαφορετική από την εκρηκτική παρουσία της στην τηλεόραση.
Η βλακεία αφορά όλους μας
Στο «Εγχειρίδιο βλακείας», ο σαρκασμός του στρέφεται στη νόηση και στις αυταπάτες της. Το βιβλίο περιλαμβάνει 88 ενότητες και ο εκδότης το παρουσιάζει ως έργο αυτογνωσίας. Σε χαρακτηριστικό απόσπασμα, ο Χαριτόπουλος συνδέει την ευφυΐα με την προσοχή και τις διαφορετικές αντιλήψεις με μια απολαυστική εικόνα: «ο ένας παρατηρεί τον κόσμο με περισκόπιο κι ο άλλος με μακαρόνι».
Η εικόνα γίνεται ένα σύντομο τεστ για όποιον διαβάζει: τι είναι αυτό που βλέπουμε και τι αφήνουμε να περάσει απαρατήρητο; Και πόσο περιορισμένο είναι το άνοιγμα μέσα από το οποίο κοιτάζουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας;
Όπως εξηγούσε, η βλακεία υπάρχει σε κάθε κοινωνική τάξη και σε όλα τα επίπεδα μόρφωσης.
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος το διατύπωνε με χαρακτηριστική σαφήνεια: «To ποσοστό των ηλιθίων μέσα σε μία κοινωνική ομάδα, παραμένει σταθερό ακόμη κι ανάμεσα στους κατόχους Νόμπελ. Στην εποχή μας ο κάθε καθυστερημένος μπορεί να είναι κυβερνητικό στέλεχος ή κάποιος που σε έχει ναρκωμένο στο χειρουργικό κρεβάτι. Ο σύγχρονος πολιτισμός είναι το τέλειο καμουφλάζ του ηλίθιου. Ντύνεται όπως οι άλλοι, κάνει δουλειές που κάνουν και οι άλλοι, τρώει ό,τι και οι άλλοι. Ο πολιτισμός ευνοεί τον βλάκα. Στην πρωτόγονη κατάσταση τα πράγματα ήταν απολύτως ξεκαθαρισμένα: Οποιον αργούσε να καταλάβει γιατί τρέχουν οι άλλοι, τον έτρωγε η αρκούδα».
Παράλληλα, δεν εξαιρούσε τον εαυτό του από την κριτική. «Μόνο ο ηλίθιος δεν μετανιώνει», συνήθιζε να λέει, παραδεχόμενος τα σφάλματά του. Μέσα από αυτή τη σκέψη, η πεποίθηση ότι δεν κάναμε ποτέ λάθος μοιάζει περισσότερο ύποπτη από την ειλικρινή ομολογία μιας αποτυχίας.
Η διαφωνία ως ευθύνη του συγγραφέα
Η ανεξάρτητη στάση του είχε και πολιτική διάσταση. Σε συνέντευξή του στο «Βήμα» αυτοπροσδιοριζόταν ως μαρξιστής και μιλούσε για μια δεύτερη ευκαιρία στους φτωχούς και στους αδύναμους. Την ίδια ώρα, ασκούσε αυστηρή κριτική στους εκπροσώπους της Αριστεράς και στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία.
Έμεινε χαρακτηριστική η εικόνα που χρησιμοποίησε για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης Τσίπρα. Την περιέγραψε στο περιθώριο της παρουσίασης βιβλίου του, παραλληλίζοντας τον τότε πρωθυπουργό με τον Αργεντινό τερματοφύλακα Αλμπέρτο Πολέτι, τον οποίο είχε φέρει ο Ολυμπιακός τη δεκαετία του ’70.
Τη συγγραφική του θέση είχε συνοψίσει σε συνέντευξη το 2008: «Ένας συγγραφέας είναι πάντα εναντίον της εποχής του».
Το 2024, μιλώντας στα «ΝΕΑ» στον Δημήτρη Ν. Μανιάτη, εξέφρασε την αποστροφή του για το μίσος που διακινείται στα κοινωνικά δίκτυα. Το περιέγραψε με μια χαρακτηριστική παρομοίωση: «Το μίσος είναι σαν να πίνεις εσύ δηλητήριο και περιμένεις να πεθάνει ο άλλος». Έβλεπε σε αυτό μια δύναμη που καταλαμβάνει τον εσωτερικό μας κόσμο, χωρίς να αφήνει περιθώριο να καλλιεργηθούν άλλα συναισθήματα.
Ίσως το κοινό σημείο στις επίμονες σκέψεις του για τη ζωή, τον έρωτα και τη βλακεία να βρίσκεται τελικά στον τρόπο που διαθέτουμε τον χρόνο και τον εαυτό μας.
Το 2017, σε συνομιλία με τον Γιάννη Πανταζόπουλο στη LiFO, είχε πει: «Έρωτες και μεθύσια είναι όλα όσα θα θυμάσαι στη ζωή. Τίποτε άλλο δεν μένει».
Ασφαλώς, πρόκειται για υπερβολή. Ωστόσο, οι υπερβολές του λειτουργούσαν συχνά ως αφορμή για να κοντοσταθούμε και να σκεφτούμε τι έχει πραγματική αξία. Τα βιβλία του Διονύση Χαριτόπουλου παραμένουν ανοιχτά σε αυτή τη συζήτηση, διατηρώντας την ευθύτητα, την τρυφερότητα και τις ενοχλητικές ερωτήσεις του.
