Κατά την επίσκεψή του σε κτηνοτροφική μονάδα στη Θεσσαλία, ο Αλέξης Τσίπρας επέκρινε την κυβερνητική διαχείριση των ζωονόσων και έθεσε το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ο πρώην πρωθυπουργός έκανε τις σχετικές αναφορές σε βίντεο που ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:
«Επισκέφθηκα σήμερα μια κτηνοτροφική μονάδα που άλλοτε είχε 600 περίπου πρόβατα, και ο ιδιοκτήτης αναγκάστηκε πριν από 13 μήνες να τα θανατώσει όλα ένα προς ένα.
“Αφού τα θανάτωσαν είχα τουλάχιστον οκτώ μήνες να έρθω στον στάβλο. Πήγα να έρθω μια μέρα και με έπιασε ένα τρέμουλο. Αλλά και τώρα δεν είμαστε καλά”.
Οι ζωονόσοι στη χώρα μας αντιμετωπίστηκαν με μια ιδιαιτερότητα. Όχι, με τον ενδεδειγμένο επιστημονικό τρόπο, με τον εμβολιασμό, ώστε να θωρακιστούν οι κτηνοτρόφοι για να μην οδηγηθούν στη θανάτωση των ζώων, αλλά με τη λογική της μαζικής θανάτωσης. Αυτό έχει οδηγήσει στην αποψίλωση της ζωικής παραγωγής στον τόπο μας.
Και γιατί συνέβη αυτό; Συνέβη γιατί η κυβέρνηση δεν ήθελε να σπάσει το απόστημα του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Εάν προχωρούσε στον εμβολιασμό, οι αρμόδιες επιτροπές της ΕΕ θα ανάγκαζαν την ελληνική κυβέρνηση να καταγράψει το ζωικό κεφάλαιο. Και τότε θα φαινόταν ότι πάνω από το μισό των επιδοτήσεων είναι “μαϊμού”. Είναι γαλάζια παιδιά, τα οποία παίρνουν επιδοτήσεις χωρίς να παράγουν.
Η ανασύσταση των κοπαδιών πρέπει να ξεκινήσει άμεσα. Και όπως προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες η ανασύσταση πρέπει να γίνει με 100% αποζημίωση από ευρωπαϊκούς πόρους.
Κραυγή αγωνίας από τους πραγματικούς κτηνοτρόφους που δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζήτημα της επιβίωσης των ανθρώπων αυτών που είδαν σε μια μέρα το βιος τους να καταστρέφεται, αλλά με την δυνατότητα και την προοπτική να μείνουν στην παραγωγή.
Η κυβέρνηση λοιπόν πρέπει να αποφασίσει. Θέλει στη χώρα μας να υπάρχει παραγωγή ή θέλει να υπάρχει ένα πελατειακό δίκτυο γαλάζιων ακρίδων, που νέμονται τον κόπο, τον ιδρώτα και τις αποζημιώσεις των ανθρώπων της παραγωγής; Είναι προφανές ότι θέλει το δεύτερο.
Εμείς όμως πρέπει να αγωνιστούμε για να σταματήσει εδώ αυτή η κοροϊδία και για να λάβουν οι κτηνοτρόφοι, οι άνθρωποι της παραγωγής, αυτά που τους αξίζουν και να συνεχίσουν να ζουν στον τόπο τους».








