Η ετήσια έκθεση 2025 του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα εξετάζει τη διαφορετική πορεία των επενδύσεων στην Ελλάδα και την Τουρκία, καθώς και τις δυνατότητες διεύρυνσης της οικονομικής συνεργασίας των δύο χωρών σε διάφορους κλάδους.

Το 2025, το απόθεμα των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα έφτασε τα 950 εκατ. ευρώ, από 762 εκατ. ευρώ το 2024 και 104 εκατ. ευρώ το 2021, σύμφωνα με την έκθεση. Σε αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε το απόθεμα των ελληνικών επενδύσεων στην Τουρκία: περιορίστηκε σε 160 εκατ. ευρώ το 2025, ενώ ήταν 183 εκατ. ευρώ το 2024 και 345 εκατ. ευρώ το 2021.

Οι τουρκικές επενδυτικές ροές προς την Ελλάδα έφτασαν τα 237 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 298 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Από την άλλη, οι ελληνικές ροές προς την Τουρκία διαμορφώθηκαν σε 13 εκατ. ευρώ, μετά τις εισροές των 14 εκατ. ευρώ που καταγράφηκαν τόσο το 2023 όσο και το 2024.

Ακίνητα, τουρισμός και υποδομές προσελκύουν τουρκικές επενδύσεις

Οι αγορές ακινήτων αποτελούν σημαντικό τμήμα των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα. Τα στοιχεία του Γραφείου ΟΕΥ δείχνουν ότι το 2025 Τούρκοι υπήκοοι αγόρασαν ακίνητα αξίας 214 εκατ. ευρώ, σε σύνολο τουρκικών επενδυτικών ροών 237 εκατ. ευρώ.

Μετά τους Κινέζους, οι Τούρκοι βρίσκονται στη δεύτερη θέση μεταξύ όσων υποβάλλουν αίτηση για Golden Visa. Η ζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε κατοικίες και τουριστικά ακίνητα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και στις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και τα Ιόνια νησιά.

Ενδιαφέρον πέρα από τα ακίνητα εντοπίζεται σε τουριστικές μονάδες, μαρίνες, λιμενικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια και βιομηχανικές δραστηριότητες, αναφέρει η έκθεση. Στα παραδείγματα περιλαμβάνονται ένα τουριστικό έργο στη Χίο, επένδυση σε μαρίνα στη Μυτιλήνη, δραστηριότητα στον κλάδο των αεροδρομίων στη Σάμο και μονάδα παραγωγής πλαστικών στην Κέρκυρα.

Στην αγορά της Αθήνας έχει παρουσία η τουρκική εταιρεία Vakko, σημειώνει η έκθεση, καταγράφοντας παράλληλα το ενδιαφέρον επιχειρήσεων μόδας και λιανεμπορίου για ανάλογες κινήσεις στην Ελλάδα. Ως επιπλέον τομείς συνεργασίας αναφέρονται οι ακτοπλοϊκές γραμμές, το yachting και η κρουαζιέρα.

Το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα είναι υψηλότερο από εκείνο της Τουρκίας και, σύμφωνα με το Γραφείο ΟΕΥ, λειτουργεί αποτρεπτικά για περισσότερες τουρκικές παραγωγικές επενδύσεις. Η επιβάρυνση του κόστους παραγωγής επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα.

Ελληνικές επιχειρήσεις με παρουσία στην Τουρκία

Στην Τουρκία δραστηριοποιούνται ελληνικές εταιρείες σε τομείς όπως η παραγωγή δομικών υλικών, τροφίμων, πλαστικών και αλουμινίου, καθώς και στους κλάδους του εξοπλισμού, της ένδυσης και της ψυχαγωγίας.

Στη λίστα της έκθεσης με τις επιχειρήσεις περιλαμβάνονται οι ΤΙΤΑΝ, Chipita, Ελληνικοί Λευκόλιθοι, Πλαστικά Κρήτης, Πλαστικά Θράκης, Palaplast, Alumil, Isomat, Eurodrip, Kleemann, Fourlis/Intersport, Καρέλια και Intralot.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν δραστηριότητα στην Τουρκία, η έκθεση διαπιστώνει διαφορετικές επιπτώσεις ανάλογα με το επιχειρηματικό μοντέλο. Η υποτίμηση της τουρκικής λίρας μπορεί να ωφελήσει τις εταιρείες που εξάγουν αποκλειστικά, καθώς καθιστά τις τιμές των προϊόντων τους πιο ανταγωνιστικές, ενώ όσες χρησιμοποιούν εισαγόμενες πρώτες ύλες αντιμετωπίζουν διαφορετικά δεδομένα κόστους. Η δυσκολία χρηματοδότησης λόγω του υψηλού κόστους δανεισμού αποτελεί, επίσης, εμπόδιο για νέες επενδύσεις.

Έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών, πλεόνασμα στις υπηρεσίες για την Ελλάδα

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών. Το 2025, οι εισαγωγές από την Τουρκία, χωρίς τα πετρελαιοειδή, ανήλθαν σε 2,844 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 3,76% έναντι του 2024, σύμφωνα με την έκθεση. Οι ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία έφτασαν το 1,037 δισ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση 6,6%, ενώ το εμπορικό έλλειμμα διαμορφώθηκε σε 1,807 δισ. ευρώ.

Η ανάπτυξη ενεργειακών επενδύσεων στην Τουρκία μπορεί να περιορίσει τα επόμενα χρόνια τις ελληνικές εξαγωγές πετρελαιοειδών προς τη γειτονική χώρα. Η έκθεση αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία του διυλιστηρίου Star στη Σμύρνη.

Πλεονασματικό παραμένει, αντίθετα, το ισοζύγιο υπηρεσιών υπέρ της Ελλάδας. Το 2025 οι εισπράξεις ανήλθαν σε 1,164 δισ. ευρώ, έναντι πληρωμών 578 εκατ. ευρώ, και το πλεόνασμα έφτασε τα 586 εκατ. ευρώ, βάσει των στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ανοδικά κινήθηκαν οι αφίξεις τουριστών από την Τουρκία

Οι επισκέψεις από την Τουρκία στην Ελλάδα αυξήθηκαν σημαντικά το 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που παρατίθενται στην έκθεση, οι Τούρκοι επισκέπτες έφτασαν τους 1.497.465, αριθμός αυξημένος κατά 23% σε σχέση με το 2024.

Στην αντίθετη κατεύθυνση, 563.975 Έλληνες ταξίδεψαν στην Τουρκία, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 2,5%.

Η αύξηση των τουριστικών ροών από την Τουρκία προς την Ελλάδα αποδίδεται σε αρκετούς παράγοντες: στο πρόγραμμα θεωρήσεων για επισκέψεις στα ελληνικά νησιά, στις νέες αεροπορικές συνδέσεις των δύο χωρών και στην άνοδο του κόστους των τουριστικών υπηρεσιών στην Τουρκία εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων.

Η έκθεση σημειώνει ότι ενισχύθηκε και η επιβατική κίνηση στις ακτοπλοϊκές γραμμές Ελλάδας – Τουρκίας. Το 2024 και το 2025 έφτασε περίπου τα 1,15 εκατ. άτομα, από 804.000 το 2023. Παράλληλα, η ανάπτυξη του τουρισμού συνδέεται με τις θαλάσσιες μεταφορές, τις μαρίνες και τις υπόλοιπες υπηρεσίες θαλάσσιου τουρισμού.

Φάρμακα, βαμβάκι και βιομηχανικά προϊόντα μεταξύ των εξαγωγικών κλάδων με προοπτική

Η έκθεση ξεχωρίζει τους τομείς όπου υπάρχουν δυνατότητες να ενισχυθούν οι ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία. Σε αυτούς συγκαταλέγονται τα φάρμακα, το βαμβάκι, τα βιομηχανικά προϊόντα και τα οικοδομικά υλικά, μαζί με τα αγροτικά προϊόντα και τα τρόφιμα που έχουν υποστεί επεξεργασία.

Φαρμακευτικά προϊόντα. Τα ελληνικά φάρμακα διατηρούν τη δεύτερη θέση σε αξία μεταξύ των εξαγωγών της Ελλάδας παγκοσμίως, σύμφωνα με την έκθεση, με μερίδιο 6% στο σύνολο των εξαγωγών. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία δραστηριοποιείται σε 150 χώρες. Στην Τουρκία, οι εξαγωγές φαρμάκων αυξήθηκαν από 20 εκατ. ευρώ το 2020 σε 40 εκατ. το 2021, 73 εκατ. το 2022, 78,5 εκατ. το 2023 και 94,1 εκατ. ευρώ το 2024.

Το Γραφείο ΟΕΥ εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο να αυξηθούν περαιτέρω οι εξαγωγές, παρά τα εμπόδια εισόδου στην αγορά της Τουρκίας. Ως δυσκολίες αναφέρονται οι διαδικασίες πιστοποίησης, οι καθυστερήσεις στις εισαγωγές φαρμάκων και οι περιορισμοί που σχετίζονται με την εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα, η έκθεση εξετάζει το ενδεχόμενο συνεργασίας των φαρμακοβιομηχανιών των δύο χωρών στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D).

Βαμβάκι. Η ζήτηση από την τουρκική κλωστοϋφαντουργία και νηματουργία καθιστά την Τουρκία σημαντική αγορά για το ελληνικό βαμβάκι. Όπως αναφέρει η έκθεση, η χώρα απορροφά περίπου το 75% της ελληνικής παραγωγής, δηλαδή από 200.000 έως 270.000 τόνους κάθε χρόνο. Με αξία 137,5 εκατ. ευρώ το 2025, το βαμβάκι ήταν το τέταρτο σημαντικότερο ελληνικό εξαγωγικό προϊόν προς την Τουρκία.

Βιομηχανικά προϊόντα και δομικά υλικά. Ανάμεσα στα εξαγωγικά προϊόντα ενδιαφέροντος βρίσκονται τα φύλλα αλουμινίου και οι σωλήνες χαλκού, τα οποία χρησιμοποιούνται ως ενδιάμεσα αγαθά από την τουρκική βιομηχανία. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται τα τεχνουργήματα από μάρμαρο και τσιμέντο, τα χημικά, τα βερνίκια και άλλες πρώτες ύλες για τις κατασκευές και την αυτοκινητοβιομηχανία.

Αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα και ποτά. Η έκθεση βλέπει περιθώρια διεύρυνσης των εξαγωγών τόσο νωπών όσο και μεταποιημένων αγροτικών προϊόντων. Στα είδη με πιθανές προοπτικές περιλαμβάνονται το ελαιόλαδο, τα τυροκομικά προϊόντα, οι επιτραπέζιες ελιές, το μέλι και τα φρούτα. Παρά τις δυνατότητες αυτές, οι ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία στην ευρύτερη κατηγορία τροφίμων εξακολουθούν να είναι περιορισμένες. Την πρόσβαση δυσχεραίνουν οι δασμοί, οι τεχνικές προδιαγραφές και οι διοικητικές διαδικασίες.

Ενέργεια, μεταφορές και τεχνολογίες για το περιβάλλον

Η συνεργασία μπορεί να επεκταθεί πέρα από την εμπορία αγαθών, σε τομείς όπως η ενέργεια, η πράσινη τεχνολογία και η κυκλική οικονομία. Η έκθεση αναφέρει ακόμη τη διαχείριση αποβλήτων, την επεξεργασία νερού και την αφαλάτωση ως πεδία δυνητικής σύμπραξης.

Στις πιθανές επενδυτικές συνέργειες συγκαταλέγονται ακόμη οι υπηρεσίες logistics, οι συνδυασμένες μεταφορές, καθώς και η συμμετοχή επιχειρήσεων από την Ελλάδα και την Τουρκία σε κατασκευαστικά έργα σε τρίτες χώρες.

Στόχος για διπλασιασμό του εμπορίου Ελλάδας – Τουρκίας έως το 2030

Η Ελλάδα και η Τουρκία επιδιώκουν να διπλασιάσουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τους και να φτάσουν τα 10 δισ. δολάρια έως το 2030, από περίπου 5 δισ. δολάρια το 2024, σύμφωνα με την έκθεση.

Για την επίτευξη του στόχου, η έκθεση επισημαίνει τη συνεργασία των επιχειρηματικών φορέων, την αναζήτηση νέων αγορών και την εξέταση ευκαιριών σύμπραξης σε κλάδους με υψηλή προστιθέμενη αξία.

Ως θεσμικά εργαλεία αναφέρονται το Επιχειρηματικό Συμβούλιο Ελλάδας – Τουρκίας, το οποίο ιδρύθηκε το 2024, και η συνεργασία της Enterprise Greece με την Invest Türkiye για την προώθηση κοινών δράσεων εξωστρέφειας.