Η υπόθεση της Pizza Fan και της αλυσίδας αρτοποιείων «Χωριάτικο» θέτει ένα εύλογο ερώτημα για κάθε πολίτη που παρακολουθεί τις αποκαλύψεις σχετικά με την παράνομη δράση μεγάλων επιχειρήσεων εστίασης: πώς μπορεί να πανηγυρίζει κανείς για την εξάρθρωση τόσο εκτεταμένων κυκλωμάτων φοροδιαφυγής, όταν οι αστυνομικές έρευνες δείχνουν ότι φέρονται να λειτουργούσαν ανεμπόδιστα επί μία δεκαετία και να προκαλούσαν τεράστια ζημιά στο ελληνικό Δημόσιο; Εκατοντάδες εταιρικά σχήματα που φέρονται να εμπλέκονται εμφάνιζαν εκατομμύρια ευρώ σε φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές, ενώ επιχειρήσεις άλλαζαν νομική μορφή και διαχειριστές και ηλεκτρονικά συστήματα διευκόλυναν την απόκρυψη εσόδων. Πώς δεν κατάφεραν οι αρμόδιες υπηρεσίες να διακόψουν νωρίτερα αυτές τις πρακτικές; Τα ερωτήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι δύο υποθέσεις βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο δικαστικών και οικονομικών ερευνών.

Κυβερνητικά στελέχη επικαλούνται τις πρόσφατες συλλήψεις των προσώπων που φέρονται να είχαν κεντρικό ρόλο, παρουσιάζοντάς τες ως ένδειξη ότι το κράτος αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το οργανωμένο οικονομικό έγκλημα. Ωστόσο, παραμένει αναπάντητο το εύλογο ερώτημα: γιατί χρειάστηκε να περάσουν τόσα χρόνια μέχρι να αποκαλυφθεί η πραγματική έκταση της φερόμενης παράνομης δραστηριότητας;

Τα «μεγάλα ψάρια» και οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επιλέξει να προβάλει τις συγκεκριμένες υποθέσεις, απαντώντας στην κριτική ότι οι φορολογικοί έλεγχοι επικεντρώνονται σε μικρομεσαίους επιχειρηματίες, ενώ οι οικονομικά ισχυροί μένουν στο απυρόβλητο. Στις 27 Οκτωβρίου, μιλώντας στο Νέο Αγιονέρι του Κιλκίς, υποστήριξε πως η κυβέρνηση έχει δείξει ότι είναι αποφασισμένη να συγκρουστεί με τα «μεγάλα ψάρια» της φοροδιαφυγής. Αναφέρθηκε ειδικά στην αποκάλυψη των δύο μεγάλων υποθέσεων μέσα σε διάστημα λίγων ημερών και συνέδεσε άμεσα την εξιχνίασή τους με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν κατά τη διακυβέρνησή του.

Ως χειροπιαστά αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής παρουσιάζονται οι επιχειρήσεις της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και της ΑΑΔΕ. Στα στοιχεία που επικαλέστηκε η κυβέρνηση περιλαμβάνονται οι 259 εγκληματικές οργανώσεις που, όπως ανέφερε, εξαρθρώθηκαν από τη συγκεκριμένη αστυνομική υπηρεσία, αλλά και οι χιλιάδες υποθέσεις που ερευνήθηκαν. Παράλληλα, η νομοθετική παρέμβαση του Ιουνίου 2026 ενίσχυσε τις δυνατότητες των διωκτικών αρχών σε σοβαρές υποθέσεις οργανωμένης φοροδιαφυγής, μειώνοντας τον κίνδυνο να διαφύγουν οι εμπλεκόμενοι ή να καταστραφούν στοιχεία.

Οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν τις πραγματικές επιχειρησιακές εξελίξεις, οι οποίες ασφαλώς δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η σύσταση εξειδικευμένων υπηρεσιών και η ενδυνάμωση των δυνατοτήτων τους αποτελούν πράγματι ουσιαστικά μέσα κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Παρ’ όλα αυτά, η αξιολόγηση της κρατικής αποτελεσματικότητας δεν γίνεται μόνο με βάση τις συλλήψεις. Πρέπει να συνυπολογίζονται ο χρόνος εντοπισμού της παράνομης δράσης, η ζημιά που είχε ήδη συντελεστεί και οι πιθανές δυνατότητες έγκαιρης παρέμβασης που δεν αξιοποιήθηκαν. Άλλωστε, όλα δείχνουν ότι οι παρανομούντες συνεργάζονταν με στελέχη του κρατικού μηχανισμού που κατείχαν θέσεις «κλειδιά».

Δέκα χρόνια δράσης και ζημία εκατομμυρίων ευρώ

Τα δεδομένα που έχει δημοσιοποιήσει η Ελληνική Αστυνομία καθιστούν αναγκαίο να δοθούν απαντήσεις. Για την Pizza Fan, η έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εκτίμησε ότι οργανωμένο δίκτυο φέρεται να αξιοποιούσε, τουλάχιστον από το 2016, ειδικό λογισμικό. Με τη χρήση του, καταστήματα του δικτύου μπορούσαν να ολοκληρώνουν παραγγελίες χωρίς να εκδίδουν τα απαραίτητα φορολογικά παραστατικά. Οι αρχικές εκτιμήσεις της αστυνομίας ανεβάζουν την αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη σε πάνω από 150 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η απώλεια εσόδων του Δημοσίου από μη αποδοθέντες φόρους εισοδήματος και ΦΠΑ υπολογίζεται σε περισσότερα από 35 εκατομμύρια ευρώ.

Η υπόθεση που αφορά την αλυσίδα «Χωριάτικο» εμφανίζεται ακόμη πιο εκτεταμένη. Σε ανακοίνωσή της στις 30 Οκτωβρίου, η ΕΛ.ΑΣ. ανέφερε ότι η οργάνωση που βρίσκεται υπό διερεύνηση είχε συγκροτήσει δίκτυο 430 συνδεδεμένων μεταξύ τους εταιρειών. Οι 340 από αυτές φέρονται να χρησιμοποιούνταν για τη συστηματική αποφυγή φορολογικών, ασφαλιστικών και άλλων οικονομικών υποχρεώσεων. Οι πραγματικοί διαχειριστές φαίνεται πως κρατούσαν τον έλεγχο επιχειρήσεων στην εστίαση, τη νυχτερινή διασκέδαση, τον τουρισμό και άλλους τομείς της οικονομίας, αλλάζοντας διαρκώς εταιρικά σχήματα και αξιοποιώντας παρένθετα πρόσωπα, τους αποκαλούμενους «αχυρανθρώπους». Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η ζημία από τις απλήρωτες οικονομικές υποχρεώσεις εκτιμάται περίπου στα 77 εκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, οι συνολικές καταγεγραμμένες απαιτητές οφειλές των εταιρειών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα υπερβαίνουν τα 95,5 εκατομμύρια ευρώ, μαζί με τις σχετικές επιβαρύνσεις. Η αστυνομική έρευνα ανάγει και εδώ την έναρξη της δραστηριότητας τουλάχιστον στο 2016. Μιλάμε για μια ολόκληρη δεκαετία, στη διάρκεια της οποίας εκατοντάδες εταιρείες φέρονται να ιδρύονταν, να άφηναν πίσω τους υποχρεώσεις και να διαδέχονταν η μία την άλλη, χωρίς να έχει ανακοπεί αποτελεσματικά ο μηχανισμός.

Δεν περνά απαρατήρητος ένας κοινός παράγοντας: το εξαιρετικά μεγάλο διάστημα κατά το οποίο φέρεται να εξελισσόταν η παράνομη δραστηριότητα, αλλά και η αδυναμία των υφιστάμενων ελεγκτικών μηχανισμών να την περιορίσουν εγκαίρως. Η ευθύνη για υποθέσεις που μένουν επί χρόνια κάτω από τα ραντάρ βαρύνει και την εκάστοτε κυβέρνηση. Εκείνη πιστώνεται την επιτυχία της σημερινής αποκάλυψης, αλλά φέρει ευθύνη και για την αποτυχία του παρελθόντος. Άλλωστε, το ότι μια υπόθεση αποκαλύπτεται σήμερα δεν εξηγεί από μόνο του γιατί δεν είχε εντοπιστεί νωρίτερα, όταν η πιθανή ζημία για το Δημόσιο ήταν μικρότερη και υπήρχαν περισσότερες δυνατότητες να εμποδιστεί η διεύρυνση της παράνομης δραστηριότητας.