Η Βρετανία προβλέπει στον νέο προϋπολογισμό της εφάπαξ ενίσχυση 100 λιρών για περίπου 20 εκατομμύρια νοικοκυριά, παράταση των ελαφρύνσεων στους λογαριασμούς ρεύματος, αύξηση του κατώτατου μισθού και μεγαλύτερη φορολόγηση των τραπεζών. Τον προϋπολογισμό παρουσίασε χθες, Τετάρτη, στη Βουλή των Κοινοτήτων ο υπουργός Οικονομικών, Τζον Χίλι.
Οι οικονομικοί αναλυτές, πάντως, εκτιμούν ότι τα μέτρα δεν αρκούν για να ανακόψουν νέα πτώση του βιοτικού επιπέδου.
Τον πρώτο προϋπολογισμό της κυβέρνησης του Άντι Μπέρναμ παρουσίασε στη Βουλή των Κοινοτήτων ο υπουργός Οικονομικών, Τζον Χίλι. Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις, οι οποίες συνδέονται κυρίως με την ενεργειακή κρίση και τις διεθνείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Μεταξύ των προβλέψεων του προϋπολογισμού περιλαμβάνονται:
– Από τον Ιανουάριο, επίδομα 100 λιρών θα λάβουν έως και 20 εκατομμύρια νοικοκυριά στην Αγγλία που ανήκουν στις τέσσερις χαμηλότερες βαθμίδες δημοτικού φόρου, για την κάλυψη του αυξημένου κόστους ενέργειας. Χρηματοδότηση για αντίστοιχες παρεμβάσεις θα διατεθεί και στις αποκεντρωμένες κυβερνήσεις της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
– Η προσωρινή απαλλαγή από τον ΦΠΑ στους οικιακούς λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας θα ισχύσει έως τον Ιούλιο του 2027. Η παράταση αναμένεται να περιορίσει κατά περίπου 50 λίρες τον ετήσιο λογαριασμό ενός μέσου νοικοκυριού.
– Παρατείνεται επίσης μέχρι τον Ιούλιο του 2027 η μείωση του φόρου στα καύσιμα, η οποία ανέρχεται σε 5 πένες ανά λίτρο.
– Από τον Απρίλιο το κατώτατο ωρομίσθιο θα αυξηθεί κατά 3,9%, φτάνοντας τις 13,21 λίρες.
– Για μικρές επιχειρήσεις στους κλάδους του λιανεμπορίου, της εστίασης και της φιλοξενίας προβλέπονται, επίσης, φορολογικές ελαφρύνσεις.
Οι πάγιες χρεώσεις στους λογαριασμούς φυσικού αερίου καταργούνται και το κόστος τους θα ενσωματωθεί στη χρέωση ανά μονάδα κατανάλωσης.
Όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, τα μέτρα θα χρηματοδοτηθούν με προσωρινό διπλασιασμό, από 3% σε 6%, του πρόσθετου φόρου στα τραπεζικά κέρδη για διάστημα 15 μηνών. Πόροι θα προκύψουν ακόμη από την αύξηση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες των φορολογικών συντελεστών στα εισοδήματα από ενοίκια και αποταμιεύσεις, η οποία θα αρχίσει τον Απρίλιο του 2027.
Ανησυχία για το βιοτικό επίπεδο
Το ανεξάρτητο ερευνητικό ίδρυμα Resolution Foundation εκτιμά ότι, παρά τα μέτρα, η στήριξη δεν καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες των νοικοκυριών που βρίσκονται σε δυσχερέστερη θέση.
Στην ανάλυση που δημοσίευσε σήμερα, το ίδρυμα υπολογίζει ότι τα μέτρα θα αποφέρουν φέτος και την επόμενη χρονιά κατά μέσο όρο 158 λίρες στο φτωχότερο 50% των νοικοκυριών. Η ενίσχυση αυτή είναι μόλις 14 λίρες μεγαλύτερη από τις 144 λίρες που αντιστοιχούν στο πλουσιότερο 50%.
Η επιλογή των δικαιούχων με κριτήριο τη βαθμίδα δημοτικού φόρου του ακινήτου τους, τονίζει το ίδρυμα, δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη την οικονομική κατάσταση κάθε νοικοκυριού. Εκτιμά, μάλιστα, πως περίπου ένα στα οκτώ νοικοκυριά στο φτωχότερο μισό του πληθυσμού μπορεί να μη λάβει την εφάπαξ ενίσχυση.
Πιο ανησυχητική είναι η εικόνα για τα εισοδήματα. Κατά τις προβλέψεις του Resolution Foundation, το πραγματικό ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα ενός τυπικού νοικοκυριού εργάσιμης ηλικίας θα υποχωρήσει συνολικά κατά περίπου 1.050 λίρες, δηλαδή 3%, από το οικονομικό έτος 2026-2027 μέχρι το 2028-2029.
Παρά την κρατική στήριξη, οι ετήσιοι λογαριασμοί ενέργειας αναμένεται να διατηρηθούν σε πραγματικούς όρους πάνω από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί στην προηγούμενη ενεργειακή κρίση.
Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης
Η ηγέτης των Συντηρητικών, Κέμι Μπέιντενοχ, άσκησε έντονη κριτική, υποστηρίζοντας πως τα κυβερνητικά μέτρα δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας.
Η ίδια κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εξακολουθεί να επιλέγει υψηλούς φόρους, περισσότερο δανεισμό και υπερβολικές δημόσιες δαπάνες. Πρόσθεσε ότι δεν έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένο σχέδιο ούτε για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικών επιδομάτων ούτε για την τόνωση της ανάπτυξης.
Ο πρωθυπουργός, Άντι Μπέρναμ, υπεραμύνθηκε από την πλευρά του του προϋπολογισμού, παρουσιάζοντάς τον ως μέρος της κυβερνητικής προσπάθειας για στήριξη των εργαζομένων και διαμόρφωση νέου οικονομικού μοντέλου. Σε αυτό, όπως ανέφερε, μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν οι περιφέρειες και οι παραγωγικές επενδύσεις.
Πιέσεις στα δημόσια οικονομικά
Επιφυλάξεις προκαλεί και η μεσοπρόθεσμη προοπτική των δημόσιων οικονομικών.
Σύμφωνα με το Resolution Foundation, ο προϋπολογισμός προβλέπει επιπλέον 9 δισεκατομμύρια λίρες για τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά τα περιθώρια για μελλοντικές δαπάνες παραμένουν περιορισμένα.
Το ίδρυμα υπογραμμίζει ακόμη πως η δημοσιονομική προσαρμογή της Βρετανίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων. Την ίδια ώρα, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την υγεία, την άμυνα και άλλες δημόσιες υπηρεσίες εξακολουθούν να αυξάνονται.
Το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας το 2027, στο 1%. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνει το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον στο οποίο καλείται να δράσει η κυβέρνηση.
Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι ανέφερε ότι ο προϋπολογισμός παρέχει στα νοικοκυριά άμεση ανακούφιση, ενώ παράλληλα θέτει τις βάσεις για ανάπτυξη σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Παραδέχθηκε, πάντως, πως η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί μόνη της όλες τις επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας.
Για την κυβέρνηση Μπέρναμ, επόμενο κρίσιμο τεστ αποτελεί η παρουσίαση των σχεδίων για την αναμόρφωση των κοινωνικών επιδομάτων και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών και της άμυνας. Αυτό συμβαίνει καθώς αρκετές από τις βασικότερες δημοσιονομικές αποφάσεις έχουν αναβληθεί έως το 2027.








