Στο επίκεντρο των αποκαλύψεων των τελευταίων ημερών βρίσκεται ο τρόπος λειτουργίας, επί σειρά ετών, δύο ιδιαίτερα γνωστών και επιτυχημένων επιχειρήσεων εστίασης: της Pizza Fan και της αλυσίδας αρτοποιείων «Το Χωριάτικο». Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι απέκρυπταν φορολογικές υποχρεώσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Η υπόθεση γεννά, ωστόσο, κρίσιμα ερωτήματα που οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να απαντήσουν χωρίς υπεκφυγές. Πώς μπόρεσαν τόσο μεγάλα επιχειρηματικά δίκτυα να εξαπατούν επί χρόνια το ελληνικό Δημόσιο, αποκομίζοντας δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να εντοπίσει και να ανακόψει τη δράση τους κάποιος ελεγκτικός μηχανισμός; Ποιοι είχαν την ευθύνη των ελέγχων σε όλη αυτή την περίοδο, τι γνώριζαν και για ποιο λόγο η έκταση του φαινομένου έγινε γνωστή μόλις τώρα;

Οι δύο υποθέσεις, που έχουν κινητοποιήσει τη Δικαιοσύνη και την Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος, διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά έχουν ένα κοινό και εξοργιστικό χαρακτηριστικό. Τα ευρήματα των ερευνών μέχρι στιγμής δείχνουν ότι η παράνομη δραστηριότητα φέρεται να άρχισε από το 2016, προκαλώντας ζημιά στο Δημόσιο άνω των 135 εκατομμυρίων ευρώ. Τα ποσά αυτά δεν εισπράχθηκαν από τα δημόσια ταμεία, ενώ εκατομμύρια φορολογούμενοι συνεχίζουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και χιλιάδες συνεπείς επιχειρηματίες προσπαθούν καθημερινά να επιβιώσουν πληρώνοντας φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Ποιοι μπορεί να χρηματίζονταν και ποιοι παρείχαν προστασία;

Αυτό είναι πλέον το βασικό ερώτημα που πρέπει να εξετάσει η έρευνα. Μήπως κάποιοι δημόσιοι λειτουργοί λάμβαναν χρήματα για να ενημερώνουν εκ των προτέρων για ελέγχους, να αγνοούν παραβάσεις ή να εξασφαλίζουν ανοχή από τις αρμόδιες υπηρεσίες; Υπήρχαν στελέχη με ευθύνη που γνώριζαν την κατάσταση και δεν παρενέβησαν; Αν δεν υπήρχε οργανωμένη κάλυψη, πώς μπορεί να εξηγηθεί ότι αυτές οι πρακτικές δεν εντοπίστηκαν και δεν αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά για τόσο μεγάλο διάστημα; Είναι βέβαιο πως κάποιοι δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους.

Δεν υπάρχει απόδειξη για ενδεχόμενο χρηματισμό, επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένος. Τα ερωτήματα, όμως, συνδέονται πλέον με συγκεκριμένα στοιχεία: στην υπόθεση της Pizza Fan έχουν δημοσιοποιηθεί καταγεγραμμένες συνομιλίες, στις οποίες γίνεται αναφορά σε έγκαιρη ενημέρωση για καταγγελίες και επικείμενους ελέγχους. Κατόπιν εντολής του διοικητή της ΑΑΔΕ Γιώργου Πιτσιλή, η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων απευθύνθηκε εγγράφως στην Ελληνική Αστυνομία, ζητώντας πληροφορίες για πιθανή εμπλοκή υπαλλήλων της Αρχής. Η εξέλιξη εντείνει την ανάγκη να αποσαφηνιστεί ποιοι φέρονται να λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι μεταξύ των ελεγχόμενων επιχειρηματιών και των κρατικών υπηρεσιών.

Ο έλεγχος δεν μπορεί να περιοριστεί στους επιχειρηματίες που φέρονται να οργάνωσαν τη φοροδιαφυγή. Στο μικροσκόπιο πρέπει να μπουν και όσοι είχαν θεσμική ευθύνη να την εμποδίσουν αλλά δεν το έκαναν, καθώς και το ενδεχόμενο να δόθηκαν σε κάποιους οικονομικά ανταλλάγματα για την απόκρυψή της. Για να διερευνηθεί αυτό, χρειάζεται να εξεταστούν οι τραπεζικές συναλλαγές, η περιουσιακή εικόνα και οι πιθανές διασυνδέσεις όσων ήταν αρμόδιοι για τη διενέργεια ή την εποπτεία των σχετικών ελέγχων.

«Χωριάτικο»: Τα 100 εκατομμύρια που δεν είχαν εντοπιστεί

Όσα έχουν γίνει γνωστά για το «Χωριάτικο» προκαλούν ιδιαίτερη αγανάκτηση. Η Αστυνομία ερευνά ένα εκτεταμένο δίκτυο με εκατοντάδες εταιρείες, αρκετές από τις οποίες φέρονται να αξιοποιούσαν εικονικούς ιδιοκτήτες και εκπροσώπους, τους αποκαλούμενους «αχυρανθρώπους», για να αποφεύγουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Όπως αναφέρουν οι δημοσιοποιημένες πληροφορίες, ορισμένες επιχειρήσεις συγκέντρωναν οφειλές και στη συνέχεια πτώχευαν, για να δώσουν τη θέση τους σε νέες εταιρικές οντότητες. Στο δίκτυο φέρονται, επίσης, να είχαν χρησιμοποιηθεί στοιχεία ακόμη και αποβιωμένων ανθρώπων. Έτσι, η επιχειρηματική δραστηριότητα μοιάζει να συνεχιζόταν μέσα από διαρκείς αλλαγές εταιρικών σχημάτων.

Υπάρχει, όμως, ακόμη ένα στοιχείο που καθιστά την υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή και εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών. Ο επιχειρηματίας Άγγελος Γιαννακόπουλος, ο οποίος συνδέεται με την αλυσίδα αρτοποιείων «Το Χωριάτικο», είχε βρεθεί στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών ήδη από το 2008. Τότε συνελήφθη ως φερόμενος επικεφαλής κυκλώματος εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών (trafficking), στο πλαίσιο της επιχείρησης με την κωδική ονομασία «Λευκός Άρτος». Πρωτοδίκως καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, στις 28 Απριλίου 2015, σε συνολική κάθειρξη 10 ετών και έξι μηνών, για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, σωματεμπορία και ηθική αυτουργία σε απάτη. Η έφεση που άσκησε είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα και ο ίδιος αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και χρηματική εγγύηση. Τον Νοέμβριο του 2018, σε άλλη δικαστική διαδικασία για συναφείς κατηγορίες, αθωώθηκε ομόφωνα μαζί με ακόμη 19 κατηγορουμένους.

Το παρελθόν του επιχειρηματία στη Δικαιοσύνη δεν αποδεικνύει από μόνο του σύνδεση με τη σημερινή έρευνα για τη φερόμενη φορολογική απάτη. Ωστόσο, το εύρος της οικονομικής δραστηριότητας που διερευνάται τώρα καθιστά επιτακτική την ανάγκη να εξεταστεί διεξοδικά η στάση των αρμόδιων ελεγκτικών υπηρεσιών όλα αυτά τα χρόνια.

Τα ερωτήματα είναι πολλά: Πόσοι φορολογικοί και ασφαλιστικοί έλεγχοι διενεργήθηκαν στις εταιρείες που είχαν σχέση με τον επιχειρηματία; Καταγράφηκαν παραβάσεις, συσσωρευμένες οφειλές ή ύποπτες αλλαγές στις εταιρικές δομές και, αν ναι, ποιες ενέργειες ακολούθησαν; Υπήρξαν καταγγελίες ή άλλα στοιχεία που δεν αξιολογήθηκαν όπως έπρεπε; Κυρίως, σε κάποιες περιπτώσεις οφειλόταν η αδράνεια των ελεγκτικών αρχών αποκλειστικά σε υπηρεσιακές αδυναμίες ή υπήρξαν σκόπιμες παραλείψεις, ακόμη και παράνομες συναλλαγές; Η διερεύνηση αυτών των ενδεχομένων, χωρίς να προεξοφλούνται ευθύνες, είναι αναγκαία ώστε να διαπιστωθεί πώς ένας τόσο εκτεταμένος μηχανισμός φερόμενης φοροδιαφυγής συνέχισε να λειτουργεί επί σειρά ετών.

Πράγματι, πόσο δύσκολο ήταν να εντοπιστεί ότι πίσω από πολλές εταιρείες εμφανίζονταν κάθε φορά διαφορετικά πρόσωπα, οι οφειλές διογκώνονταν και ορισμένες επιχειρήσεις έκλειναν για να αντικατασταθούν από άλλες; Πώς εξακολουθούσε αυτή η δραστηριότητα χωρίς να ενεργοποιούνται εγκαίρως οι αναγκαίοι μηχανισμοί ελέγχου και διασταύρωσης; Πόσους ελέγχους είχαν δεχθεί οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις από το 2016 έως σήμερα, ποια πορίσματα εκδόθηκαν και ποιοι υπάλληλοι υπέγραψαν τις σχετικές εκθέσεις;

Πρόσθετο προβληματισμό προκαλούν οι πληροφορίες για την παρουσία του ίδιου δικτύου σε τουριστικούς προορισμούς, όπως η Ρόδος. Σύμφωνα με πληροφορίες, εταιρείες που φέρονται να συνδέονταν με τον κατηγορούμενο επιχειρηματία του «Χωριάτικου» συμμετείχαν σε διαγωνισμούς της κτηματικής υπηρεσίας για την εκμετάλλευση παραλιακών χώρων, καταθέτοντας ιδιαίτερα υψηλές προσφορές. Ενδεικτικά, με τιμή εκκίνησης τις 50.000 ευρώ, το δίκτυο προσέφερε 500.000 ευρώ, αποκλείοντας έτσι τον ανταγωνισμό. Ακολουθούσε η υπογραφή τριετούς σύμβασης για την εκμετάλλευση, για παράδειγμα, ενός beach bar, αλλά καταβαλλόταν μόνο η πρώτη δόση του τιμήματος. Όταν ο Δήμος ζητούσε τα οφειλόμενα, οι εμπλεκόμενοι πτώχευαν την ανάδοχο εταιρεία και ίδρυαν νέα, μέσω της οποίας διεκδικούσαν τον επόμενο διαγωνισμό. Δεν γεννήθηκαν υποψίες από όσα συνέβαιναν; Δεν είναι αναγκαίο να διερευνηθεί η στάση των αρμόδιων τοπικών υπηρεσιών, ώστε να εξακριβωθεί αν σημειώθηκαν παραλείψεις, ανοχή χωρίς δικαιολογία ή ακόμη και πιθανή παράνομη συνδρομή;

Πώς περνούσαν απαρατήρητες οι «κερασμένες» πίτσες;

Ανάλογα ερωτήματα εγείρει και η υπόθεση της Pizza Fan, όπου, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., ειδικά διαμορφωμένο λογισμικό επέτρεπε την ολοκλήρωση παραγγελιών χωρίς να εκδίδονται οι προβλεπόμενες αποδείξεις. Η πρακτική φέρεται να εφαρμοζόταν τουλάχιστον από το 2016, με την αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη να υπερβαίνει τα 150 εκατομμύρια ευρώ και τη ζημία για το Δημόσιο τα 35 εκατομμύρια. Οι αστυνομικές αρχές περιγράφουν ένα οργανωμένο σύστημα με διακριτούς ρόλους, κεντρική παρακολούθηση των αποκρυπτόμενων εσόδων και τακτικές παραδόσεις χρημάτων.

Πόσοι φορολογικοί έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν στις συγκεκριμένες πιτσαρίες όλα αυτά τα χρόνια, ποιες παραβάσεις εντοπίστηκαν και ποιες ενέργειες έγιναν στη συνέχεια; Ιδίως μετά τις καταγγελίες για προειδοποιήσεις πριν από ελέγχους, πρέπει να εξακριβωθεί ποιοι είχαν πρόσβαση στον προγραμματισμό τους και αν υπήρξαν επικοινωνίες με πρόσωπα των επιχειρήσεων που ελέγχονταν.

Τι συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια

Η εξάρθρωση των δύο φερόμενων κυκλωμάτων συνιστά αναμφίβολα σημαντική επιτυχία για τις αστυνομικές αρχές, έπειτα από πολύμηνες και σύνθετες έρευνες. Δεν αναιρεί, όμως, την ανάγκη να διερευνηθεί τι γινόταν τα προηγούμενα χρόνια, όσο οι δραστηριότητες αυτές αναπτύσσονταν και επεκτείνονταν. Η ΑΑΔΕ, οι αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες, οι ασφαλιστικοί φορείς και κάθε άλλη δημόσια αρχή που εμπλέκεται οφείλουν να αναζητήσουν τους λόγους για τους οποίους οι έλεγχοι παρέμειναν ανεπαρκείς επί τόσο μεγάλο διάστημα.

Οι παλαιότερες εκθέσεις πρέπει να επανεξεταστούν, όπως και οι καταγγελίες που είχαν γίνει, ενώ χρειάζεται να διαπιστωθεί αν υπήρξαν υποθέσεις που μπήκαν στο αρχείο, καθυστέρησαν αδικαιολόγητα ή εξετάστηκαν με ανεπαρκείς διαδικασίες. Αν εντοπιστούν στοιχεία για χρηματισμό, παράνομες διευκολύνσεις ή κατάχρηση υπηρεσιακής θέσης, η έρευνα οφείλει να περιλάβει και όσους ενδεχομένως παρείχαν κάλυψη. Με την ίδια αυστηρότητα πρέπει να διερευνηθούν περιπτώσεις σοβαρής υπηρεσιακής αμέλειας, εφόσον αποδειχθεί πως αγνοήθηκαν σαφή προειδοποιητικά σημάδια.

Σε μια χώρα όπου οι επαγγελματίες αντιμετωπίζουν αυστηρότατες κυρώσεις για φορολογικές παραβάσεις, δεν μπορεί να μένουν αναπάντητα ερωτήματα όταν αποκαλύπτονται υποθέσεις φερόμενης οργανωμένης φοροδιαφυγής τέτοιας έκτασης και διάρκειας. Απαιτείται πλήρης απολογισμός για τη δράση των ελεγκτικών μηχανισμών. Ο επιχειρηματίας που τηρεί τις υποχρεώσεις του δικαιούται να μάθει ποιοι έλεγχοι έγιναν, αν κάποιοι ενδεχομένως ειδοποιούσαν τους παραβάτες και αν υπήρξαν πρόσωπα που απολάμβαναν προνομιακή μεταχείριση εις βάρος του υγιούς ανταγωνισμού.

Η Δικαιοσύνη πρέπει πλέον να εξακριβώσει σε βάθος ποιοι φέρονται να οργάνωσαν τις απάτες, ποιοι είχαν γνώση και ποιοι ενδέχεται να συνέβαλαν στη συνέχισή τους. Αν αποδειχθεί ότι επίορκοι δημόσιοι λειτουργοί παρείχαν προστασία με αντάλλαγμα χρήματα ή άλλα οφέλη, οφείλουν να λογοδοτήσουν εξίσου αυστηρά με όσους κριθούν υπεύθυνοι για τη φοροδιαφυγή. Αν, αντίθετα, η εξήγηση εντοπίζεται στις διαχρονικές αδυναμίες των κρατικών μηχανισμών, η Πολιτεία πρέπει να τις αναγνωρίσει και να τις αντιμετωπίσει. Ζημία που εκτιμάται σε περισσότερα από 135 εκατομμύρια ευρώ, εκατοντάδες επιχειρήσεις και δέκα χρόνια φερόμενης παράνομης δραστηριότητας γεννούν πολύ περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντούν οι συλλήψεις των τελευταίων ημερών.