Την ισχυρότερη υποχώρηση στο κόστος πιστωτικού κινδύνου (CoR) εμφάνισαν και το 2026 οι ελληνικές τράπεζες σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά ιδρύματα. Ο δείκτης αφορά τις προβλέψεις για επισφαλή δάνεια ως ποσοστό του συνόλου των δανείων, ενώ η τάση καταγράφηκε παρά τη σημαντική αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), σύμφωνα με ανάλυση του οίκου πιστωτικής αξιολόγησης DBRS.
Σύμφωνα με τον καναδικό οίκο, οι ευρωπαϊκές τράπεζες επέδειξαν συνολικά αντοχή στην περίοδο των υψηλότερων επιτοκίων. Ωστόσο, η εκτίμησή του είναι ότι μέσα στους επόμενους 12-18 μήνες το CoR θα αυξηθεί με μέτριο ρυθμό, καθώς η ΕΚΤ επανέρχεται σε τροχιά σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής και ενδέχεται να προχωρήσει σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Η DBRS συνδέει την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών με τη μακρά διαδικασία εξυγίανσης των ισολογισμών και περιορισμού των κινδύνων, καθώς και με αυστηρότερους κανόνες χορήγησης δανείων και ένα υγιές ρυθμιστικό πλαίσιο. Σημαντικό ρόλο, σύμφωνα με τον οίκο, είχαν επίσης οι αυξημένες αποταμιεύσεις μετά την πανδημία και οι ανθεκτικές αγορές εργασίας. Οι παράγοντες αυτοί περιόρισαν τις επιπτώσεις των υψηλών επιτοκίων στις πιστωτικές ζημίες, παρά το δυσκολότερο επιχειρησιακό περιβάλλον και τους εντονότερους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Όπως μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο DBRS εξέτασε το κόστος πιστωτικού κινδύνου 53 τραπεζών σε 14 ευρωπαϊκές χώρες για το πρώτο εξάμηνο του 2026. Στο δείγμα περιλήφθηκαν και οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες: Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank. Ο μέσος όρος διαμορφώθηκε στις 25 μονάδες βάσης, έναντι 30 μ.β. το 2025 και 28 μ.β. το 2024. Παρά τη συνολική μείωση, 29 από τις 53 τράπεζες, δηλαδή περισσότερες από τις μισές, κατέγραψαν υψηλότερο CoR από ό,τι το 2025.
Στην Ελλάδα, το κόστος πιστωτικού κινδύνου υποχώρησε κατά περίπου 20 μ.β. σε σύγκριση με το 2025 και κατά περισσότερο από 30 μ.β. έναντι του 2024. Έτσι, στο α’ εξάμηνο του 2026 βρέθηκε κάτω από τις 60 μ.β., παραμένοντας ωστόσο υψηλότερο από τα επίπεδα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών. Η βελτίωση του CoR συνεχίστηκε στη Νότια Ευρώπη και την Ιρλανδία, ενώ στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη ο δείκτης κινήθηκε ανοδικά.
Σε παλαιότερους πιστωτικούς κύκλους, η αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες ακολουθούνταν συνήθως από ευρεία επιδείνωση στα στεγαστικά και επιχειρηματικά χαρτοφυλάκια. Μετά τις αυξήσεις του 2022, αντίθετα, τα προβλήματα περιορίστηκαν σε συγκεκριμένους τομείς, όπως τα εμπορικά ακίνητα και ορισμένοι δανειολήπτες με υψηλή μόχλευση. «Πολλές επιχειρήσεις εισήλθαν στην περίοδο αυτή με ισχυρές θέσεις ρευστότητας και μακρύτερες διάρκειες χρέους, ενώ οι ισολογισμοί των νοικοκυριών επωφελήθηκαν από την απομόχλευση, ιδίως μετά την πανδημία, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό μείωσε τον αντίκτυπο των υψηλότερων επιτοκίων πολιτικής στην επιδείνωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών. Οι ανθεκτικές αγορές εργασίας συνέχισαν επίσης να στηρίζουν τους δανειολήπτες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, παρά το αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης και τις πληθωριστικές πιέσεις», αναφέρει ο DBRS.
Για το βασικό μακροοικονομικό σενάριο, ο οίκος εκτιμά ότι την περίοδο 2026-2027 η ανάπτυξη στην Ευρώπη θα παραμείνει περιορισμένη, αλλά σταθερή, ενώ η ανεργία αναμένεται γενικά να διατηρηθεί σε σταθερά επίπεδα. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η ισορροπία κινδύνων παραμένει προς τα κάτω, καθώς είναι πιθανές παρατεταμένες διαταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό από τη Μέση Ανατολή.
«Κατά την άποψή μας, οι επόμενοι 12-18 μήνες θα καθορίσουν εάν οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μειώσει διαρθρωτικά το κόστος κεφαλαίου τους (CoR) ή εάν η επίδραση των υψηλότερων επιτοκίων έχει απλώς μετατεθεί, ιδιαίτερα καθώς οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη εξακολουθούν να είναι καθοδικοί. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύουμε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σε καλή θέση να απορροφήσουν μια ενδεχόμενη ομαλοποίηση του CoR, υποστηριζόμενες από υγιείς κεφαλαιακές θέσεις και θέσεις ρευστότητας καθώς και από ισχυρή δημιουργία κερδών», καταλήγει στην ανάλυσή του ο DBRS.








