Η κυβέρνηση σχεδιάζει νέα μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών από τις αρχές του 2027, με το βασικό σενάριο να προβλέπει περικοπή 0,5 ποσοστιαίας μονάδας και το πιο φιλόδοξο να φτάνει στο 1%, ανάλογα με τα δημοσιονομικά περιθώρια και το συνολικό πακέτο της ΔΕΘ. Η μείωση αναμένεται να προέλθει κυρίως από εισφορές ασθενείας και επιμέρους επιβαρύνσεις προς τη ΔΥΠΑ, όχι όμως από τις συνταξιοδοτικές εισφορές, ενώ το κόστος μιας πλήρους μονάδας υπολογίζεται στα 440 εκατ. ευρώ ετησίως.
Πιο αναλυτικά
Ένα ακόμη βήμα για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους ετοιμάζεται να κάνει η κυβέρνηση από τις αρχές του 2027, με τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές να μπαίνουν στο πακέτο των ανακοινώσεων της ΔΕΘ. Η απόφαση για νέα περικοπή θεωρείται πλέον δεδομένη, εκείνο όμως που παραμένει ανοιχτό είναι το μέγεθός της.
Το βασικό σενάριο προβλέπει μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα. Στο τραπέζι, ωστόσο, βρίσκεται και μια μεγαλύτερη παρέμβαση, που θα μπορούσε να φτάσει τη μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα.
Η τελική επιλογή θα εξαρτηθεί από τα δημοσιονομικά περιθώρια και, κυρίως, από το συνολικό κόστος του πακέτου μέτρων που θα παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη.
Η μισή μονάδα αποτελεί ουσιαστικά την τελευταία εκκρεμότητα από τον σχεδιασμό για συνολική αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019. Εφόσον, όμως, επιλεγεί τελικά η μεγαλύτερη μείωση, οι επιχειρήσεις θα δουν ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση του κόστους απασχόλησης από τον Ιανουάριο.
Από πού θα κοπεί η εισφορά
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι κλάδοι μπορούν να «σηκώσουν» τη νέα περικοπή χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα στη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος.
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, η παρέμβαση αναμένεται να προέλθει από τον κλάδο ασθενείας και από επιμέρους εισφορές που κατευθύνονται στη ΔΥΠΑ, όπως αυτές που συνδέονται με προγράμματα κατάρτισης.
Αντίθετα, εκτός σχεδιασμού μένουν οι καθαρά συνταξιοδοτικές εισφορές. Δεν πρόκειται δηλαδή να μειωθούν οι κρατήσεις που χρηματοδοτούν την κύρια και την επικουρική ασφάλιση.
Στο ίδιο πλαίσιο δεν προβλέπεται παρέμβαση στην εργοδοτική εισφορά 1,2% για τον κλάδο ανεργίας.
Η επιλογή δεν είναι τυχαία, καθώς στόχος είναι να περιοριστεί το κόστος εργασίας χωρίς να δημιουργηθεί νέα τρύπα στη χρηματοδότηση των συντάξεων.
Πόσο κοστίζει η μία μονάδα
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν υπάρχει αρκετός δημοσιονομικός χώρος ώστε η μείωση να διπλασιαστεί από το 0,5% στο 1%.
Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα μεταφράζεται σε απώλεια εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές της τάξης των 440 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Υπάρχει, όμως, ένας παράγοντας που λειτουργεί υπέρ της μεγαλύτερης παρέμβασης: η αύξηση της απασχόλησης και των μισθών έχει ενισχύσει τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές και, κατά συνέπεια, τα έσοδα του ΕΦΚΑ.
Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία για κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 1%, οι ασφαλιστέες αποδοχές ενισχύονται κατά περίπου 140 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Με την αύξηση των κατώτατων αποδοχών κατά 4,5% από την 1η Απριλίου, εκτιμάται ότι τα έσοδα του ΕΦΚΑ μπορούν να ενισχυθούν κατά περίπου 630 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ποσό που, τουλάχιστον αριθμητικά, υπερκαλύπτει την απώλεια που θα προκαλούσε μία μείωση εισφορών κατά μία μονάδα.
Οι δύο μειώσεις που προηγήθηκαν
Η παρέμβαση του 2027 δεν έρχεται από το μηδέν. Έχουν προηγηθεί δύο σημαντικές αλλαγές μέσα στο 2025.
Από την 1η Ιανουαρίου 2025 οι ασφαλιστικές εισφορές μειώθηκαν συνολικά κατά μία ποσοστιαία μονάδα, η οποία μοιράστηκε ισόποσα μεταξύ εργαζομένων και επιχειρήσεων: 0,5 μονάδα για κάθε πλευρά.
Ακολούθησε τον Μάρτιο η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των εισφορών για υπερωρίες, νυχτερινή εργασία και απασχόληση σε αργίες.
Πλέον, οι εισφορές δεν επιβάλλονται στην προσαύξηση της αμοιβής για αυτές τις ώρες, αλλά υπολογίζονται στην κανονική ωρομίσθια αμοιβή. Έτσι, οι πρόσθετες προσαυξήσεις, για παράδειγμα κατά 20% ή 40%, δεν αυξάνουν αντίστοιχα και το ασφαλιστικό κόστος.
Παραμένει υψηλό το κόστος εργασίας
Παρά τις διαδοχικές μειώσεις, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται ψηλά στη διεθνή κατάταξη όσον αφορά το συνολικό βάρος των ασφαλιστικών κρατήσεων.
Σήμερα, το άθροισμα των εισφορών που καταβάλλουν εργοδότης και εργαζόμενος για έναν μισθωτό διαμορφώνεται στο 35,16%.
Με αυτό το ποσοστό η χώρα βρίσκεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των κρατών του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες ασφαλιστικές κρατήσεις.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η περαιτέρω αποκλιμάκωση παραμένει στην οικονομική ατζέντα. Για τις επιχειρήσεις, μικρότερες εργοδοτικές εισφορές σημαίνουν χαμηλότερο κόστος για κάθε θέση εργασίας, ενώ από την πλευρά της κυβέρνησης η προσδοκία είναι ότι η μείωση μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετο κίνητρο για νέες προσλήψεις και περισσότερη δηλωμένη εργασία.
Όλα πλέον θα κριθούν από τον τελικό λογαριασμό της ΔΕΘ. Η μείωση από τον Ιανουάριο του 2027 θεωρείται δεδομένη. Αυτό που μένει να αποφασιστεί είναι εάν θα περιοριστεί στη μισή μονάδα ή εάν τα αυξημένα έσοδα και τα δημοσιονομικά περιθώρια θα επιτρέψουν στην κυβέρνηση να ανεβάσει τον πήχη στο 1%.
