Η κρίση και ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ έχουν προκαλέσει σοβαρό ντόμινο στην παγκόσμια οικονομία, εκτοξεύοντας το ενεργειακό κόστος, πιέζοντας την ανάπτυξη στην Ευρώπη και απειλώντας με ελλείψεις καυσίμων και ακριβότερες μεταφορές. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι ασιατικές οικονομίες, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και το LNG που περνούν από το συγκεκριμένο πέρασμα, ενώ οι επιπτώσεις φτάνουν έως τη Βρετανία, την Ινδία και τις χώρες του Κόλπου. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η πρόταση Τραμπ να μετονομαστούν τα Στενά σε «Στενά του Τραμπ» έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα, χωρίς να μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα της κρίσης.

Πιο αναλυτικά

Η πρόταση του Αμερικανού προέδρου να μετονομαστούν τα Στενά του Ορμούζ σε «Στενά του Τραμπ», όσο και αν ανέφικτη είναι, αναδεικνύει τη σημασία που έχει αυτό το θαλάσσιο πέρασμα για τις ΗΠΑ αλλά και για την υπόλοιπη παγκόσμια κοινότητα.

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί δηλαδή χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένας πόλεμος μπορεί να παγιδευτεί σε ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα. Διότι οι επιπτώσεις του κλεισίματος από το συγκεκριμένο πέρασμα επεκτείνονται σε χώρες εκτός του συστήματος συμμαχιών των ΗΠΑ, των οποίων τα εργοστάσια, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις και τα νοικοκυριά εξαρτώνται από αυτήν την εμπορική οδό.

Η κρίση και ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ έχουν αυξήσει το ενεργειακό κόστος, αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να μειώσει τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη το 2026 και δημιουργώντας έντονες πιέσεις στο κόστος σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Αυτή η νέα επιβάρυνση έρχεται να προστεθεί στις ενεργειακές διαταραχές και στις δεσμεύσεις για δημόσιες δαπάνες που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η ξαφνική εκτίναξη του ενεργειακού κόστους έχει αυξήσει τις δαπάνες σε ολόκληρη τη βιομηχανική παραγωγή και τις μεταφορές. Η διακοπή της κυκλοφορίας μέσω των Στενών έχει εκθέσει την Ευρώπη σε σοβαρό κίνδυνο ελλείψεων σε καύσιμα αεροσκαφών και άλλα διυλισμένα καύσιμα. Οι υψηλότεροι λογαριασμοί ενέργειας και η αύξηση των επιχειρηματικών δαπανών περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και πλήττουν την καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν εισαγάγει φορολογικές μειώσεις και πακέτα άμεσης στήριξης. Ο αποκλεισμός έχει προκαλέσει ένα κοινό σοκ στην ενέργεια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, όμως οι επιπτώσεις του εξαρτώνται από τη βιομηχανική δομή κάθε χώρας, την εξάρτησή της από τις εισαγωγές και την ικανότητά της να απορροφήσει το υψηλότερο κόστος.

Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αποκλεισμός και ο πόλεμος στο Ιράν έχουν προκαλέσει ένα διπλό σοκ και στη βρετανική οικονομία, μέσω της ενέργειας και του εμπορίου. Παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο προμηθεύεται σημαντικές ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου από εγχώριες πηγές και από τη Νορβηγία, το κόστος του παραμένει συνδεδεμένο με τις διεθνείς αγορές. Η αγορά από έναν διαφορετικό παραγωγό δεν προστατεύει μια χώρα από μια παγκόσμια αύξηση των τιμών.

Παρόμοιος είναι ο συναγερμός και στην Ανατολή, όπου η εξάρτηση από την ενέργεια του Περσικού Κόλπου είναι ακόμη πιο άμεση. Η Ανατολική και η Νότια Ασία συγκαταλέγονται στις περιοχές που εκτίθενται περισσότερο στην κρίση, ενώ οι ελπίδες ότι η διπλωματία θα αποκαθιστούσε γρήγορα την ομαλή ναυσιπλοΐα έχουν επανειλημμένα προπορευτεί των εξελίξεων.

Το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών έχει πλήξει μια οδό εφοδιασμού που εξυπηρετεί τα βιομηχανικά κέντρα της Ασίας. Η Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ εκτιμά ότι το 84% του αργού πετρελαίου και των συμπυκνωμάτων, καθώς και το 83% του υγροποιημένου φυσικού αερίου, που διήλθαν από τα Στενά του Ορμούζ το 2024 κατευθύνθηκαν προς ασιατικές αγορές.

Η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα είναι σημαντικοί αγοραστές, αν και εισέρχονται στην κρίση με διαφορετικά επίπεδα αποθεμάτων, εγχώριους ενεργειακούς πόρους και δυνατότητες αντικατάστασης των προμηθειών που δεν μπορούν πια να παραλάβουν. Η έκθεσή τους δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με βάση τον όγκο των εισαγωγών. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η δυνατότητα χρηματοδότησης εναλλακτικών προμηθειών και μεταφοράς τους στους καταναλωτές.

Αλλά και η Ινδία εισάγει περίπου το 60% των αναγκών της σε υγροποιημένο αέριο πετρελαίου, με τα φορτία από τις χώρες του Κόλπου να αποτελούν βασικό μέρος αυτής της προμήθειας. Η διαταραχή έχει δημιουργήσει πιέσεις στις τιμές, από τις φιάλες υγραερίου μαγειρέματος έως τα βιομηχανικά καύσιμα. Σύμφωνα με το Centre for Research on Energy and Clean Air, ο λογαριασμός της Ινδίας για τις εισαγωγές LPG κατά την περίοδο Μαρτίου–Αυγούστου ανήλθε περίπου στα 4,7 δισεκατομμύρια δολάρια, εκ των οποίων εκτιμάται ότι 1,1 δισεκατομμύρια δολάρια αφορούσαν πρόσθετο κόστος που προέκυψε λόγω της κρίσης.

Ασφαλώς και η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα, που γειτνιάζουν με τα Στενά του Ορμούζ, έχουν επίσης πληγεί.

Ο Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε ως λύση τη μετονομασία τους. Ο λόγος του, λόγω της ιδιότητάς του, έχει βαρύτητα, αλλά μια αλλαγή ονόματος ασφαλώς και δεν θα μπορεί να αλλάξει τον γεωοικονομικό χάρτη.