Στη Ρόδο οδηγήθηκε προχθές ενώπιον του Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου υπόθεση που αφορά 61χρονη ιδιοκτήτρια και διευθύντρια βρεφονηπιακού σταθμού του νησιού, η οποία συνελήφθη από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου.

Ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου άσκησε σε βάρος της ποινική δίωξη για συλλογή, οργάνωση και αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα, κατά παράβαση της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και του ευρωπαϊκού κανονισμού GDPR. Την κατηγορούμενη εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Σταύρος Παναγιωτακόπουλος.

Η σύλληψη, όπως αναφέρει η ιστοσελίδα dimokratiki.gr, έγινε κατά τη διενέργεια αυτοψίας. Η έρευνα εντάσσεται σε ευρύτερη προκαταρκτική εξέταση που είναι σε εξέλιξη, με αφορμή καταγγελίες γονέων για τη μεταχείριση ανηλίκων στον σταθμό.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στις 10:00 το πρωί της Τετάρτης αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου πήγαν στον βρεφονηπιακό σταθμό, συνοδευόμενοι από την προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου.

Με εισαγγελική παραγγελία της 20ής Οκτωβρίου 2026 είχε ζητηθεί η αυτοψία στους χώρους, η αποτύπωση του συνόλου των εγκαταστάσεων και η αναζήτηση, καθώς και κατάσχεση, τυχόν βιντεοληπτικού υλικού.

Οι αστυνομικοί εντόπισαν ήδη από έξω κάμερες στραμμένες στην είσοδο και την περίμετρο του κτιρίου. Στην είσοδο υπήρχε σήμανση για λειτουργία κλειστού κυκλώματος βιντεοπαρακολούθησης. Όταν χτύπησαν το κουδούνι, τους άνοιξε υπάλληλος, η οποία είπε πως η ιδιοκτήτρια έλειπε και την κάλεσε τηλεφωνικά να μεταβεί στο σημείο.

Μέσα στον σταθμό καταγράφηκαν δέκα κάμερες ασφαλείας σε διάφορα σημεία, οι οποίες κατέγραφαν το σύνολο των εσωτερικών χώρων, με εξαίρεση τις τουαλέτες.

Οι κάμερες, σύμφωνα με τα ευρήματα, κάλυπταν τους διαδρόμους και τις αίθουσες όπου βρίσκονταν τα μικρά παιδιά. Στο γραφείο της ιδιοκτήτριας υπήρχε, επιπλέον, οθόνη μέσω της οποίας προβαλλόταν ζωντανά η εικόνα από όλους τους χώρους εγκατάστασης των καμερών.

Η 61χρονη έφτασε στο σημείο λίγα λεπτά αργότερα. Όταν ρωτήθηκε από τους αστυνομικούς για τις κάμερες, απάντησε ότι δεν είχε άδεια από την αρμόδια Αρχή, λέγοντας πως αγνοούσε ότι ήταν υποχρεωμένη να διαθέτει σχετική άδεια.

Είπε ακόμη ότι οι κάμερες λειτουργούν σε σύνδεση με καταγραφικό και πως τηρεί υπεύθυνες δηλώσεις των γονέων, με τις οποίες συναινούν στην καταγραφή των ανηλίκων στον σταθμό. Παρέδωσε στους αστυνομικούς και υπόδειγμα της δήλωσης που υπογράφεται κατά την εγγραφή των παιδιών.

Οι αστυνομικοί την ενημέρωσαν ότι δεν επιτρέπεται η βιντεοσκόπηση των εσωτερικών χώρων παιδικού σταθμού, όπου βρίσκονται ανήλικοι, και της ζήτησαν να τους παραδώσει το καταγραφικό.

Η ιδιοκτήτρια υπέδειξε τη συσκευή στον ηλεκτρολογικό πίνακα του κτιρίου και την παρέδωσε. Κατασχέθηκαν ηλεκτρονική συσκευή αποθήκευσης, το καταγραφικό των καμερών και το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης. Η 61χρονη συνελήφθη για παράβαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων.

Κατά την απολογία της, η ιδιοκτήτρια ανέφερε ότι η εγκατάσταση των καμερών έγινε αποκλειστικά για λόγους ασφάλειας και ότι είχε εξασφαλίσει τη συναίνεση των γονέων με υπεύθυνη δήλωση.

Υποστήριξε πως οι γονείς ενημερώνονται για τις κάμερες στους εσωτερικούς χώρους ήδη από το πρώτο ραντεβού, όταν επισκέπτονται τον σταθμό για να δουν τις εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την ίδια, γνωρίζουν ότι μπορούν, μέσα σε οκτώ ημέρες από κάποιο περιστατικό, να παρακολουθήσουν μαζί της το σχετικό υλικό.

Η ίδια τόνισε ότι μόνο εκείνη έχει πρόσβαση στις κάμερες και πως δεν τις χρησιμοποιεί για αδιάκοπη παρακολούθηση χωρίς αιτία, αλλά για τη διερεύνηση περιστατικών με τα παιδιά. Πρόσθεσε ότι σε αρκετές περιπτώσεις γονείς έχουν ζητήσει να δουν το καταγεγραμμένο υλικό.

Για παράδειγμα, ανέφερε περίπτωση κατά την οποία ένα παιδί δάγκωσε άλλο στο μάγουλο και του προκάλεσε τραύμα. Οι γονείς ζήτησαν να εξετάσουν το βίντεο, ώστε να διαπιστωθεί πώς δημιουργήθηκε το σημάδι και να ενημερωθεί ο παιδοψυχολόγος που παρακολουθούσε το παιδί.

Σε άλλη περίπτωση, όπως υποστήριξε, ένα αγόρι που το ξύπνησαν δάγκωσε ένα κορίτσι στο στήθος. Η καταγραφή από τις κάμερες επέτρεψε να εξακριβωθούν οι συνθήκες του περιστατικού, ώστε να μην αποδοθεί σε αυτό διαφορετική εκδοχή.

Η 61χρονη ανέφερε, τέλος, ότι αξιοποιεί το σύστημα και για να ελέγχει αν οι εργαζόμενοι εκτελούν σωστά τα καθήκοντά τους.

Έφερε ως παράδειγμα μια μητέρα, η οποία διαμαρτυρήθηκε πως το παιδί της ζητούσε φαγητό μόλις έμπαινε κάθε φορά στο αυτοκίνητο, ενώ το σνακ παρέμενε ανέγγιχτο. Η υπάλληλος φέρεται να απάντησε, όταν ρωτήθηκε, ότι είχε ταΐσει τα παιδιά. Ωστόσο, η κάμερα έδειξε ότι το συγκεκριμένο παιδί δεν είχε φάει καθόλου, παρότι στο ημερήσιο φύλλο του είχε καταγραφεί πως είχε φάει — κάτι που, όπως είπε, είχε αναφέρει και στη μητέρα κατά την παραλαβή.

Όπως υποστήριξε, το σύστημα συμβάλλει στην ασφαλή λειτουργία του σταθμού και διασφαλίζει πλήρη διαφάνεια απέναντι στους γονείς.

Πρόσθεσε ότι στον σταθμό πραγματοποιούνται πολλές χρηματικές συναλλαγές και πως, ως ιδιοκτήτρια, επιθυμεί να τις ελέγχει όταν απουσιάζει. Ερωτηθείσα αν είχε αντιμετωπίσει κατηγορίες και στο παρελθόν, απάντησε αρνητικά.

Όπως φαίνεται από το υπόδειγμα υπεύθυνης δήλωσης που κατέθεσε στις Αρχές, οι γονείς παρέχουν γενική συγκατάθεση για τη συλλογή, καταχώρηση και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των ίδιων και των παιδιών τους, καθώς και για την υπηρεσιακή διακίνησή τους σε υπηρεσίες ή ιδιώτες που εμπλέκονται, όπως γιατρούς και γυμναστές. Στο έγγραφο γίνεται αναφορά στον Κανονισμό GDPR.

Το αν, ωστόσο, η συγκεκριμένη διατύπωση συνιστά συγκατάθεση και για τη συνεχή βιντεοσκόπηση ανηλίκων μέσα στις αίθουσες, αναμένεται να αποφασιστεί από το δικαστήριο.