Στη Θεσσαλονίκη φτάνει ένα κειμήλιο ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, άρρηκτα δεμένο με τις καθοριστικές εξελίξεις της απελευθέρωσης της πόλης το 1912, ύστερα από 25 χρόνια αναζήτησης.

Όπως ανέφερε στο ραδιόφωνο του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM», ο συλλέκτης που αναζητούσε το εύρημα επί 25 χρόνια, πρόκειται για «προϊόν της καρτερίας που είναι μια σημαντική αρετή για κάθε στρατιωτικό».

Στα αποκτήματα του Βασίλη Νικόλτσιου, συνταγματάρχη-φαρμακοποιού ε.α., συλλέκτη και στρατιωτικού ιστορικού, προστέθηκε η αυθεντική στολή, στρατιωτική και διπλωματική, που ανήκε στον Χασάν Ταχσίν Πασά, τον τελευταίο Οθωμανό διοικητή της Θεσσαλονίκης.

«Ήταν ευτυχής συγκυρία το ότι τελικά, περιμένοντας περισσότερα από είκοσι χρόνια, μπόρεσα να αποκτήσω τη στρατιωτική στολή του Χασάν Ταχσίν Πασά με τα συνακόλουθά της, δηλαδή με τις επωμίδες -επωμίδες που είχε σαν στρατηγός, σαν ταξίαρχος. Μπόρεσα να αποκτήσω τη στολή, τη διπλωματική στολή που είχε ο πασάς, γιατί οι Οθωμανοί πασάδες είχαν το δικαίωμα να υπογράφουν και πολιτικές συμφωνίες», δήλωσε ο κ. Νικόλτσιος. Η απόκτησή της, διευκρίνισε, χρειάστηκε υπομονή και διαπραγματεύσεις πολλών χρόνων, ενώ για 25 χρόνια η στολή παρέμενε μέσα σε βαλίτσα στην Ελλάδα. Μιλώντας στο «Πρακτορείο 104, 9FM», αποκάλυψε ακόμη ότι με το σπάνιο κειμήλιο ολοκληρώνεται πλέον μια ενότητα αντικειμένων που ανήκαν στον Ταχσίν Πασά.

«Είχα την τύχη χρόνια πριν να εξασφαλίσω από τον εγγονό τα δύο παράσημα του πασά, τον Αστέρα του Τάγματος του Μετζιτιέ και τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Οσμανιέ, και να τα εκθέσω στο Πολεμικό Μουσείο. Μαζί είχα και το ξίφος του Χασάν Ταχσίν Πασά. Έτσι, τώρα, ολοκληρώθηκε μία προσπάθεια και μπορεί πια η ιστορία του πασά -που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης- να παρουσιαστεί πληρέστερα», αναφέρει ο κ. Νικόλτσιος. Κατά την περιγραφή του, η εξαιρετική ποιότητα χαρακτηρίζει τη στολή, που πιθανότατα ράφτηκε στη Γερμανία. Γερμανική προέλευση έχουν επίσης οι επιχρυσωμένες επωμίδες.

«Έχουν διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση όλα αυτά τα χρόνια και θα παρουσιαστούν στις 26 Οκτωβρίου στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Θεσσαλονίκης, όπου θα παρατεθεί επίσημο γεύμα προς τιμήν του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η στολή θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά εκεί και θέλω να πιστεύω ότι θα εντυπωσιάσει. Είναι ένα κειμήλιο, ένα έκθεμα συνδεδεμένο με την ιστορία της Θεσσαλονίκης, με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Και μου πήρε πολλά χρόνια συζητήσεων και υπομονής προκειμένου να μπορέσω να το φέρω στη Θεσσαλονίκη και μετά να το εκθέσω μόνιμα κάποια στιγμή στο Πολεμικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης», αναφέρει ο κ. Νικόλτσιος, περιγράφοντας πώς σχεδιάζει να παρουσιάσει τη στολή στο κοινό.

Ο κ. Νικόλτσιος ανέφερε ακόμη ότι γνώρισε την οικογένεια του πασά το 2000 και ανέπτυξε φιλικές σχέσεις μαζί της. Οι συγγενείς τού είχαν δωρίσει αντικείμενα, μεταξύ των οποίων πίνακες του γιου του Χασάν Ταχσίν Πασά, Κενάν Μεσαρέ, καθώς και το ζωγραφικό κασελάκι του, που θα εκτεθεί επίσης στη Λέσχη Αξιωματικών Θεσσαλονίκης ως προσωπικό δώρο των απογόνων. Στα κειμήλια περιλαμβάνονται και μικρά προσωπικά αντικείμενα, όπως «τα κιάλια του πασά, τα επιχρυσωμένα κιάλια του πασά, και το παράσημο της γυναίκας του πασά, το παράσημο Σεφκάτ Νισανί» (διεθνώς γνωστό και με τις ονομασίες «Τάγμα της Ευσπλαχνίας» ή «Τάγμα της Φιλανθρωπίας». Συγκαταλέγεται στα σπανιότερα και πλέον ιδιαίτερα οθωμανικά παράσημα, με αποκλειστικά γυναίκες αποδέκτες, και ο Σουλτάνος το απένειμε στις συζύγους των πασάδων). Η προσθήκη της στολής, επισημαίνει ο κ. Νικόλτσιος, συμπληρώνει πλέον τα υπαρκτά κειμήλια που απουσίαζαν από τη συλλογή. Έτσι συγκροτείται μια ενιαία ενότητα για την ιστορία ενός ανθρώπου με καταγεγραμμένη θέση στην ελληνική ιστορία.

Η Θεσσαλονίκη χάθηκε, αλλά σώθηκε

Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς έχει ιδιαίτερη θέση στη νεότερη ελληνική ιστορία, καθώς, ως Οθωμανός διοικητής, αποφάσισε να παραδώσει την πόλη στους Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο απέτρεψε μια αιματηρή σύγκρουση μέσα στη Θεσσαλονίκη, η οποία θα οδηγούσε στην καταστροφή της.

«Η οθωμανική κυβέρνηση τον καταδίκασε σε θάνατο γιατί δεν έδωσε μάχη για την υπεράσπιση της Θεσσαλονίκης. Αυτός βέβαια ήξερε ότι δεν μπορούσε να δώσει μάχη, έξι ελληνικές μεραρχίες και μια βουλγαρική -ήταν δυόμιση ελληνικές- ήταν απέξω. Ήταν θέμα μερικών ωρών, ούτε 24 για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και οι απώλειες θα ήταν τεράστιες, η Θεσσαλονίκη θα είχε πάρει φωτιά καθώς θα γίνονταν μάχες μέσα στην πόλη» υπογράμμισε ο κ. Νικόλτσιος.

Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς αρνήθηκε κατηγορηματικά να υπογράψει αντίστοιχο πρωτόκολλο παράδοσης στους Βουλγάρους. Όπως αναφέρει ο κ. Νικόλτσιος, στο ιστορικό υπόμνημά του ο πασάς έγραφε: Η Θεσσαλονίκη εχάθη, αλλά η Θεσσαλονίκη εσώθη. Ο Έλληνας συλλέκτης σημειώνει ότι εξαιτίας της στάσης του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από την οθωμανική κυβέρνηση. Αφού έμεινε για λίγο στη Γαλλία, κατέφυγε στην Ελβετία, όπου και πέθανε.

Αργότερα, τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και πλέον βρίσκονται σε ειδικό μνημείο στο Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων, στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης. «Ήρθαν στην Ελλάδα, τάφηκαν αρχικά στο αλβανικό νεκροταφείο της Τριανδρίας και στη συνέχεια εγώ μετέφερα τα οστά και τα ενταφίασα στο Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων, σε ένα σεμνό ταφικό μνημείο και βρίσκονται σήμερα εκεί», εξιστορεί ο κ. Νικόλτσιος.

Η πρώτη δημόσια παρουσίαση της στολής έχει προγραμματιστεί για τις 26 Οκτωβρίου στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Θεσσαλονίκης, στο επίσημο γεύμα προς τιμήν του Προέδρου της Δημοκρατίας για την επέτειο απελευθέρωσης της πόλης. Στη συνέχεια, η στολή θα παραδοθεί για μόνιμη έκθεση στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, μαζί με το ξίφος, τα παράσημα, τα επιχρυσωμένα κιάλια και έναν σπάνιο πίνακα του 1912, έργο του γιου του πασά, του ζωγράφου Κενάν Μεσαρέ, «…που δείχνει τον πασά στο άλογο με τη χλαίνη λασπωμένη να κοιτάζει πίσω προς τη Θεσσαλονίκη».