Η φιλοκυβερνητική Yeni Şafak χαρακτηρίζει ευκαιρία που η Ελλάδα δεν πρέπει να χάσει την παραμονή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην τουρκική προεδρία, αναδημοσιεύοντας τις τοποθετήσεις του Χακάν Φιντάν για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Αιγαίο.
Στο δημοσίευμά της η τουρκική εφημερίδα ξεχωρίζει τόσο τις επικρίσεις του υπουργού Εξωτερικών προς την ελληνική πολιτική σκηνή όσο και την προσπάθειά του να εμφανίσει το casus belli ως εργαλείο για τη διατήρηση της ειρήνης.
Η συνέντευξη που παραχώρησε ο Φιντάν στην εφημερίδα «Τα Νέα», μετά την ομιλία του στο Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής στις Βρυξέλλες, αποτέλεσε την αφορμή για το δημοσίευμα. Κατά την εκδοχή που προβάλλει η Yeni Şafak, η Άγκυρα θέλει να διευθετηθούν οι διαφορές, ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις αποφεύγουν τις αναγκαίες αποφάσεις λόγω του πολιτικού κόστους.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στον Ερντογάν, παρουσιάζοντάς τον ως τον μόνο πολιτικό με δυνατότητα να καταλήξει σε συμφωνία με την Ελλάδα.
«Το ζήτημα αυτό μπορεί να επιλυθεί. Μόνο ο πρόεδρος Ερντογάν διαθέτει την απαραίτητη πολιτική νομιμοποίηση για να επιδείξει την πολιτική βούληση που απαιτείται για την επίλυσή του. Η συμβουλή μου προς τους Έλληνες φίλους μου είναι η εξής: Όσο εκείνος βρίσκεται ακόμη στη θέση του, αξιοποιήστε αυτή τη στιγμή και συνεργαστείτε μαζί του»
«Η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία»
Κεντρική θέση στο δημοσίευμα της Yeni Şafak έχουν οι αναφορές του Φιντάν στην εσωτερική πολιτική της Ελλάδας. Η εφημερίδα υιοθετεί ως βασικό ισχυρισμό την άποψη ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις χρειάζονται την αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Κατά τον επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας, αν και το κλίμα στο Αιγαίο έχει βελτιωθεί μετά το 2023, η Αθήνα εξακολουθεί να διατηρεί αντιτουρκική ρητορική.
«Από τον Μάιο του 2023, οι δύο κυβερνήσεις αποφάσισαν να επικεντρωθούν στην επίλυση των υφιστάμενων προβλημάτων, να αποφύγουν τη δημιουργία εντάσεων και να δώσουν προτεραιότητα στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Τουλάχιστον πλέον δεν έχουμε αερομαχίες. Το Αιγαίο έχει γίνει μια πιο ήρεμη περιοχή τα τελευταία τρία χρόνια. Ωστόσο, στην ελληνική εσωτερική πολιτική σκηνή υπάρχει ανάγκη για αντιτουρκική ρητορική. Είναι σχεδόν σαν ασπιρίνη»
Ακολούθως, αμφισβήτησε ακόμη πιο έντονα αν η ελληνική πολιτική σκηνή μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την αντιπαράθεση με την Άγκυρα.
«Η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία. Αυτή η πραγματικότητα έχει σημασία, επειδή εμποδίζει τη λήψη θαρραλέων αποφάσεων για την επίλυση των προβλημάτων. Ο πρόεδρος Ερντογάν έχει καταβάλει επανειλημμένα προσπάθειες να συνεργαστεί με κάθε εκλεγμένο Έλληνα πρωθυπουργό για τον ίδιο σκοπό. Είναι έτοιμος να επιδείξει την απαραίτητη πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των επίμαχων ζητημάτων»
Με αυτή την παρουσίαση, η ευθύνη για τη στασιμότητα στις διαπραγματεύσεις αποδίδεται ουσιαστικά στην ελληνική πλευρά, ενώ δεν εξετάζονται με αντίστοιχη έμφαση οι τουρκικές διεκδικήσεις και οι διαφωνίες που αυτές προκαλούν.
Το casus belli και η παρουσίασή του από τον Φιντάν ως μέτρου ειρήνης
Παρόμοια γραμμή υιοθετεί η Yeni Şafak και για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Η εφημερίδα αναπαράγει τον ισχυρισμό του Φιντάν ότι η απόφαση που έλαβε η τουρκική Εθνοσυνέλευση το 1995 δεν συνιστά απειλή πολέμου, αλλά προληπτική ενέργεια.
«Όσον αφορά το casus belli, πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για απειλή πολέμου. Αυτή είναι η ελληνική εκδοχή. Εμείς, όμως, δεν το χαρακτηρίσαμε “casus belli”. Πρόκειται για μια διακήρυξη που εκδόθηκε το 1995 από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας, όχι για νόμο. Επισημαίνει ότι, εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια χωρίς προηγουμένως να επιλύσει το ζήτημα με την Τουρκία, η τουρκική κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να το αποτρέψει»
Στη συνέχεια, ο Φιντάν πρόσθεσε:
«Η προληπτική αυτή διακήρυξη έχει συμβάλει μέχρι σήμερα στη διατήρηση της ειρήνης. Δεν συνιστά απειλή πολέμου. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν έχει δηλώσει ποτέ ρητά ότι δεν θα προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια πριν επιλυθεί το ζήτημα με την Τουρκία. Μέχρι σήμερα διατηρούμε το υφιστάμενο καθεστώς, αναμένοντας να επιλύσουμε τις διαφορές μας με πολιτισμένο τρόπο»
Η επιχειρηματολογία αυτή παραλείπει ένα βασικό δεδομένο: εδώ και δεκαετίες η ίδια η Τουρκία εφαρμόζει τα 12 ναυτικά μίλια στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο, την ώρα που αρνείται στην Ελλάδα την άσκηση του ίδιου δικαιώματος στο Αιγαίο.
Η απόφαση που έλαβε το 1995 η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξακολουθεί να ισχύει. Σε αυτήν προβλέπεται η λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου, ακόμη και στρατιωτικού, σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει πέρα από τα έξι ναυτικά μίλια τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο.
Για την Αθήνα, η συγκεκριμένη απόφαση συνιστά απειλή χρήσης βίας και βρίσκεται σε αντίθεση με τις αρχές που κατοχυρώνει ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και οι διεκδικήσεις της Τουρκίας
Κατά τη συνέντευξή του, ο Χακάν Φιντάν δέχθηκε ερώτηση για το αν εξετάζεται στην Τουρκία η κατάθεση νομοσχεδίου που αφορά τη «Γαλάζια Πατρίδα». Πρόκειται για το δόγμα με το οποίο η Άγκυρα διατυπώνει εκτεταμένες αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι δεν υπάρχει σχετικό νομοσχέδιο. Συμπλήρωσε πως το ζήτημα των θαλάσσιων πάρκων δεν έχει συζητηθεί μέχρι στιγμής.
Οι τοποθετήσεις αυτές έρχονται ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν αντιδράσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η συμφωνία αμφισβητεί τα θαλάσσια δικαιώματα ελληνικών νησιών και έχει βρει απέναντί της την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τη Γαλλία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία Τουρκίας και Λιβύης παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας. Παράλληλα, έχει τονίσει ότι δεν είναι δυνατόν να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος των κρατών αυτών.








