25η Οκτωβρίου 1940: έξω από το Βασιλικό Θέατρο, στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου, πολυτελή οχήματα φέρνουν τους επίσημους προσκεκλημένους. Πολιτικοί, διπλωμάτες, ανώτατοι αξιωματικοί και των τριών όπλων, καθώς και εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου έχουν συγκεντρωθεί για την πρώτη παρουσίαση της όπερας «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Τζιάκομο Πουτσίνι. Με αυτήν αρχίζει η καλλιτεχνική λειτουργία της νεοσύστατης Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ενώ ο Οργανισμός είχε ιδρυθεί με υπογραφή στις 5 Μαρτίου 1939.

Μετάξι και βελούδο κυριαρχούν στην κατάμεστη αίθουσα, καθώς η περίσταση είναι ξεχωριστή. Στην πρώτη σειρά της πλατείας βρίσκεται το πρωθυπουργικό ζεύγος: δίπλα στη Λέλα Μεταξά κάθεται ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμμανουέλε Γκράτσι. Ο γιος του συνθέτη, Αντόνιο Πουτσίνι, έχει θέση δίπλα στον δικτάτορα και παρατηρεί μαζί με τη σύζυγό του, Ρίτα, το εσωτερικό του θεάτρου. Πριν από την παράσταση, οι δυο τους είχαν σταθεί αρκετή ώρα έξω από το κτίριο, θαυμάζοντας το έργο του Τσίλλερ.

Όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, την πρωτοβουλία είχε ο Ιταλός πρέσβης. Η παρουσία του Αντόνιο στην πρεμιέρα της «Μπατερφλάι» αναμενόταν να προσδώσει κύρος και επισημότητα στην εκδήλωση.

Η ελληνική κυβέρνηση τον προσκάλεσε επίσημα, έπειτα από αυτή την κίνηση. Από τον πατέρα του δεν κληρονόμησε τη γοητεία, παρά μόνο το όνομα, που έκανε δύσκολα τα εφηβικά του χρόνια. Ο Αντόνιο ήταν εξώγαμο παιδί του Τζιάκομο και της Ελβίρα Τζεμινιάνι, η οποία τότε ήταν ακόμη παντρεμένη, και η κοινωνία της εποχής ποτέ δεν τον είδε με καλό μάτι. Ήταν ένας μάλλον άτονος και εσωστρεφής άνθρωπος, χωρίς διάθεση —και κυρίως χωρίς ικανότητα— να συνεχίσει το έργο του πατέρα του.

Στην επίσημη εκδοχή, η παρουσία του αποτελεί τιμή για τη Λυρική Σκηνή και παρουσιάζεται ως «δώρο» της Ιταλίας προς την Ελλάδα. Ο ίδιος δέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση και τη φιλοξενία, κυρίως γιατί δεν είχε επισκεφθεί ξανά την Αθήνα και μπορούσε έτσι να δει τον Παρθενώνα.

Πίσω, ωστόσο, από την πρόσκληση προς τον Αντόνιο υπήρχε διπλωματικός σχεδιασμός. Ο Μεταξάς, παρότι ιδεολογικά συγγένευε με τα φασιστικά καθεστώτα της Ευρώπης, εμφανιζόταν ουδέτερος απέναντι στον πόλεμο που είχε ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο του 1939.

Στόχος του ήταν ουσιαστικά να αποτρέψει τον Μουσολίνι από την επίθεση, χωρίς να του δώσει προσχήματα, ακόμη και μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης» στο λιμάνι της Τήνου από ιταλικό υποβρύχιο. Γι’ αυτό απέφευγε τις προκλητικές τοποθετήσεις και διατηρούσε χαμηλούς τόνους.

Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας να διατηρήσει καλές σχέσεις με τους γείτονες, ο Μεταξάς δέχθηκε την «τιμητική προσφορά» του Ιταλού πρέσβη να παραστεί στην πρεμιέρα ο γιος του συνθέτη. Αυτό συνέβη ενώ γνώριζε ότι ιταλικά στρατεύματα συγκεντρώνονταν στα ελληνικά σύνορα.

Ο Γκράτσι γνώριζε ασφαλώς ότι οι Ιταλοί προετοίμαζαν τον πόλεμο, όμως η ουδέτερη στάση του Μεταξά δεν διευκόλυνε την επόμενη κίνηση. Και οι δύο πλευρές υποδύονταν έναν ρόλο: ο πρέσβης αξιοποιούσε τον Αντόνιο ως προπέτασμα για την απόφαση του Μουσολίνι να οδηγήσει την Ελλάδα στον πόλεμο. Γνώριζε ότι η Ελλάδα δεν θα επέτρεπε τη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων από το έδαφός της, κάτι που, άλλωστε, επιθυμούσε και ο ίδιος.

Από την πλευρά του, ο Μεταξάς προσποιούνταν τον φιλικό και ευγενικό γείτονα, ώστε να μην εξυπηρετήσει τα σχέδια του Μουσολίνι, ενώ παρουσιαζόταν ως αποδέκτης των καλών προθέσεων ενός εχθρικού φίλου. Η αντιπαράθεση εξελισσόταν σαν παιχνίδι γάτας και ποντικού.

Οι θεατές αποχώρησαν από την πρεμιέρα με εξαιρετικές εντυπώσεις. Την επόμενη ημέρα, στις 26 Οκτωβρίου, το κτίριο της ιταλικής πρεσβείας, στη γωνία της Βασιλίσσης Σοφίας με τη Σέκερη, φωταγωγήθηκε για να υποδεχθεί τους επίσημους καλεσμένους στη δεξίωση προς τιμήν του Αντόνιο Πουτσίνι.

Ο Γκράτσι γνώριζε ότι σε λιγότερο από δύο 24ωρα η χώρα του θα πολεμούσε με την Ελλάδα, αλλά υποδεχόταν τους προσκεκλημένους με έκδηλη χαρά, σε μια εντυπωσιακή παράσταση υποκρισίας. Η εικόνα έπρεπε να δείχνει ότι οι δύο χώρες διατηρούσαν φιλικές σχέσεις. Ακόμη και η τεράστια τούρτα, διακοσμημένη με το σύνθημα «Ζήτω η Ελλάς» (Viva la Grecia) από ζαχαρόπαστα, αποτελούσε μέρος ενός σκηνοθετημένου σκηνικού. Ο Γκράτσι εκφώνησε συγκινητικό λόγο για την ελληνοϊταλική φιλία, ενώ ο Μεταξάς τον άκουγε προβληματισμένος.

Δεν θα περνούσαν ούτε 30 ώρες προτού οι δύο άνδρες ξαναβρεθούν, αυτή τη φορά σε μια εντελώς διαφορετική περίσταση. Στις 3 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, ο Γκράτσι έφτασε με το πολεμικό τελεσίγραφο στο σπίτι του Μεταξά στην Κηφισιά και χτύπησε το κουδούνι. Ο Μεταξάς εμφανίστηκε φορώντας τη ρόμπα του, με τη ζώνη σφιχτά δεμένη στη μέση, και ψέλλισε: «Σας περίμενα νωρίτερα…»

Πηγή φωτογραφίας: Αρχείο εφημερίδων Τ. Α. Μανιατέα