Την κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης για τους ελεύθερους επαγγελματίες εισηγήθηκε η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Ρένα Δούρου, μαζί με τη μείωση από 22% σε 17% του συντελεστή για επιχειρηματικά κέρδη έως 220.000 ευρώ. Τις προτάσεις παρουσίασε σε συνεδρίαση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.

Τις θέσεις του κόμματός της για την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παρουσίασε η Ρένα Δούρου, επικρίνοντας το υφιστάμενο φορολογικό σύστημα. Όπως ανέφερε, οι ρυθμίσεις του επιβαρύνουν δυσανάλογα τους μικρούς επαγγελματίες και περιορίζουν τις προοπτικές ανάπτυξής τους.

«Η φοροδιαφυγή πρέπει να αντιμετωπίζεται, αλλά με πραγματικούς ελέγχους και όχι με την εκ των προτέρων ενοχοποίηση μιας ολόκληρης επαγγελματικής κατηγορίας», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τη φορολογία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Συγκεκριμένα μέτρα παρουσίασε η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, επισημαίνοντας ότι αποσκοπούν στην ελάφρυνση των φορολογικών υποχρεώσεων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Οι προτάσεις περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Να καταργηθεί η τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών.
  • Ο φορολογικός συντελεστής για κέρδη έως 220.000 ευρώ να μειωθεί από 22% σε 17%.
  • Να καταργηθεί πλήρως το τέλος επιτηδεύματος.
  • Η προκαταβολή φόρου να περιοριστεί κατά 50%.
  • Να θεσπιστεί επαγγελματικός λογαριασμός με ακατάσχετο.

Όπως ανέφερε, τα μέτρα αυτά έχουν ήδη συζητηθεί με τα επιμελητήρια.

«Δεν μιλάμε για φορολογικά προνόμια, μιλάμε για κανόνες, ώστε κάποιος να μπορεί να είναι συνεπής χωρίς να στερείται τη δυνατότητα να αναπτυχθεί», τόνισε.

Η τεκμαρτή φορολόγηση, κατά την ίδια, οδηγεί τους επαγγελματίες στο να πρέπει να αποδείξουν ότι δεν φοροδιαφεύγουν, ακόμη και αν τα πραγματικά τους εισοδήματα υπολείπονται των ποσών που υπολογίζει το κράτος.

«Το τελευταίο που χρειάζεται η μικρομεσαία επιχείρηση είναι ένα φορολογικό σύστημα που φορτώνει καινούργια βάρη», σημείωσε.

Προτάσεις για τα κόκκινα δάνεια και την προστασία της πρώτης κατοικίας

Στις δυσκολίες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αναφέρθηκε η Ρένα Δούρου, επισημαίνοντας το υψηλό κόστος ενέργειας και την περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, επανέλαβε τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την κατάργηση του ισχύοντος πτωχευτικού νόμου, την επαναφορά του νόμου Κατσέλη και την ενίσχυση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Πρότεινε ακόμη να δοθεί στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα η δυνατότητα να αγοράζει μη εξυπηρετούμενα δάνεια από τη δευτερογενή αγορά.

Κατά την ίδια, τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην επίλυση των προβλημάτων υπερχρέωσης και χρηματοδότησης για επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις.

Πρόταση για χαμηλότερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα

Το ενεργειακό κόστος βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο της παρέμβασής της, καθώς η ίδια το χαρακτήρισε σοβαρό εμπόδιο για τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

«Δεν έχουμε λύσει το πρόβλημα της ενέργειας, της ακρίβειας και της χρηματοδότησης», ανέφερε.

Ως μέτρα αντιμετώπισης πρότεινε να μειωθεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα στο χαμηλότερο επίπεδο που επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση και να εφαρμοστούν στοχευμένα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων.

Κριτική στην κυβέρνηση για το σχέδιο Πισσαρίδη

Η Ρένα Δούρου συσχέτισε τα προβλήματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με τις γενικότερες οικονομικές επιλογές της κυβέρνησης.

Κατά την άποψή της, οι κυβερνητικές κατευθύνσεις των τελευταίων επτά ετών ευνοούν τη συγκέντρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε μικρότερο αριθμό μεγαλύτερων οικονομικών σχημάτων.

«Εδώ και επτά χρόνια έχουμε μια κυβέρνηση που κάνει πράξη τις προτάσεις ενός κειμένου που μεταφέρει τη συγκέντρωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στα χέρια λίγων. Είναι το σχέδιο Πισσαρίδη που ήταν επιλογή της κυβέρνησης», δήλωσε.

Επισήμανε επίσης ότι τον Ιούλιο του 2020 ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε πει πως αρκετές προτάσεις της έκθεσης Πισσαρίδη είχαν ήδη συμπεριληφθεί στον κυβερνητικό σχεδιασμό.

Κατά το ΑΠΕ – ΜΠΕ, η ίδια υποστήριξε ότι η αποδυνάμωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας είναι πολιτική επιλογή που ανάγεται σε προηγούμενες δεκαετίες, αναφερόμενη και στην περίοδο διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη.

Η οικονομία δεν μπορεί να ευημερεί όταν υποφέρουν όσοι παράγουν και καταναλώνουν

Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή της, η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ αμφισβήτησε αν οι θετικοί οικονομικοί δείκτες αποτυπώνονται στην καθημερινότητα των μικρών επιχειρήσεων και των καταναλωτών.

«Ακούμε για επιδόσεις, για δείκτες, για τις επιδόσεις της Ελληνικής Αστυνομίας σε ό,τι αφορά τις υποθέσεις διαφθοράς, αλλά υπάρχει ένα ερώτημα: ανάπτυξη για ποιους και με ποιους όρους;», διερωτήθηκε.

Στη συνέχεια, υπογράμμισε πως οι αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης δεν επαρκούν από μόνες τους για να αντιμετωπιστούν οι πραγματικές οικονομικές δυσκολίες των επαγγελματιών.

«Ο μικρός επιχειρηματίας δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις του με την αναβάθμιση της οικονομίας από τους διεθνείς οίκους. Δεν μπορεί να ευημερεί η οικονομία όταν υποφέρουν και εκείνοι που παράγουν και εκείνοι που καταναλώνουν», ανέφερε κλείνοντας.