Ο Αντώνης Σαμαράς, με άρθρο του στην «Εστία», εξαπολύει σφοδρή επίθεση στην κυβέρνηση για την εξωτερική πολιτική, ζητώντας αλλαγή πορείας και την απομάκρυνση του Γιώργου Γεραπετρίτη. Ο πρώην πρωθυπουργός αποδίδει προσωπική ευθύνη στον Κυριάκο Μητσοτάκη, περιγράφει τις εξελίξεις στη Λιβύη ως «τον ορισμό της αποτυχίας» και θέτει ανοιχτά υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα της πολιτικής των «ήρεμων νερών» απέναντι στην Τουρκία.

Ο πρώην πρωθυπουργός εστιάζει στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, στους χειρισμούς γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση και στην υπόθεση της Μονής Σινά, ζητώντας να δοθεί στη δημοσιότητα το σχέδιο συμφωνητικού. Για το καλώδιο ειδικότερα, εκτιμά ότι αν γίνει δεκτό το αίτημα να ενημερώνεται επιπλέον η Άγκυρα, αυτό θα συνιστά έμμεση αποδοχή τουρκικής δικαιοδοσίας.

Ο Αντώνης Σαμαράς καλεί την κυβέρνηση «να μην παίζει άλλο με τη φωτιά» και προειδοποιεί πως η χώρα κινδυνεύει να υποχωρήσει στα κυριαρχικά της δικαιώματα και να αποδεχθεί τετελεσμένα. Ως κατακλείδα, χαρακτηρίζει «μονόδρομο» την αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής.

Το πλήρες άρθρο του κ. Σαμαρά:

Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αποτελεί προσωπική υπόθεση ούτε του πρωθυπουργού ούτε κάποιου υπουργού. Συνδέεται με το έθνος και την ιστορική συνέχεια της χώρας.

Αυτό που συμβαίνει τελευταία στη Λιβύη συνιστά την απόλυτη αποτυχία: αποτύχαμε στην ανάλυση της γεωπολιτικής, στις προβλέψεις, στους χειρισμούς και στην έκβαση. Οι ανοησίες που ψελλίζει από εδώ κι από εκεί ο υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος κατά δήλωσή του είναι “φιλέλληνας”, εντείνουν με δραματικό τρόπο την ανησυχία και τον προβληματισμό μας.

Πρώτος υπεύθυνος είναι, βεβαίως, ο πρωθυπουργός, αφού τον εμπιστεύεται και ανέχεται τη στάση του. Η πολιτική των ήρεμων νερών, μαζί με την περιβόητη Συνθήκη περί Φιλίας Ελλάδος και Τουρκίας, αποτελεί το μεγαλύτερο σφάλμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά τις συμφωνίες του Μαδρίτη και του Ελσίνκι, που αναγνώρισαν στην Τουρκία ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή.

Για καιρό, η κυβερνητική προπαγάνδα επιχείρησε να παρουσιάσει τα πράγματα διαφορετικά. Προσπάθησε να μας πείσει ότι τα δήθεν “ήρεμα νερά” και η Συνθήκη δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένας … συνήθης διάλογος. Όταν, όμως, δύο πρώην πρωθυπουργοί αντιδράσαμε, υποστηρίζοντας ότι η χώρα διολισθαίνει σε ντε φάκτο αποδοχή τετελεσμένων και πως η πολιτική αυτή ξεπλένει την Άγκυρα, δεχθήκαμε ειρωνείες και επιθέσεις. Αυτό δεν με ενοχλεί. Με απασχολεί, όμως, η εθελοτυφλία και το ότι ο κομματικός φανατισμός ορισμένων δεν τους αφήνει να δουν την εθνική πραγματικότητα. Η εικόνα αυτή αφορά και το μείζον εθνικό ζήτημα της Μονής Σινά, όπου τα σύννεφα πυκνώνουν. Το υπουργείο Εξωτερικών πρέπει να δημοσιοποιήσει το συμφωνητικό που προτείνει η χώρα μας για το μέλλον της Μονής. Προς το παρόν, δεν θα πω περισσότερα.

Ας περάσω τώρα στο Τουρκολιβυκό.

Στις 24 Αυγούστου 2026 ο κ. Γεραπετρίτης διαβεβαίωνε δημόσια ότι

η Ελλάδα διασφάλισε ότι δεν θα υπάρξει από τη Λιβύη κύρωση του ανυπόστατου και παράνομου τουρκολιβυκού.

Σε ποια δεδομένα βασιζόταν αυτή η βεβαιότητα; Τι δεσμεύσεις είχε λάβει; Με ποιον τρόπο εκτίμησε την προσέγγιση της Τουρκίας προς την ανατολική Λιβύη; Και πού κατέληξε η υποτιθέμενη επιτυχία για την οποία ενημέρωνε τους Έλληνες;

Κι όμως, μόλις χθες ο ίδιος δήλωσε πως η Ελλάδα δεν μπορούσε να αποτρέψει την κύρωση του Τουρκολιβυκού!

Άρα, είτε μας εξαπατούσε τον Αύγουστο είτε παραδέχεται δημοσίως ότι δεν μπορούμε να επηρεάσουμε τις εξελίξεις στη Λιβύη…

Και τι έγινε με τον φίλτατο Χάφταρ; Από τότε που ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον συνάντησε τον περασμένο Ιούνιο στο Μέγαρο Μαξίμου, όχι μόνο κυρώθηκε το Τουρκολιβυκό, αλλά δεχόμαστε και χιλιάδες λαθρομετανάστες στην Κρήτη! Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση έχει το πολιτικό θράσος να ζητά και τα ρέστα, ενώ μας κατηγορεί όλους συλλήβδην για “εχθροπάθεια”. Τη δική μου βαθιά αγωνία την αποκάλεσαν “βαθιά μισαλλοδοξία”· τέτοια αναισθησία…

Η κυβέρνηση διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι το μνημόνιο εξακολουθεί να είναι παράνομο και πως η απόφαση της Λιβύης δεν αλλάζει τον χαρακτήρα του. Και βέβαια αυτό ισχύει απολύτως από νομική άποψη.

Στο Τουρκολιβυκό, όπως και αλλού, η Τουρκία συμπεριφέρεται σαν πειρατής του Διεθνούς Δικαίου. Οι ισχυρισμοί της είναι παράνομοι και παράλογοι.

Όμως ο κ. Μητσοτάκης, με τη Συνθήκη, όρισε διεθνώς ως “φίλη” αυτήν την Τουρκία. Για τα “ήρεμα νερά”, τα οποία αποδείχθηκαν φουρτουνιασμένη θάλασσα, ο κ. Γεραπετρίτης είπε “ας με πουν και μειοδότη”.

Περνώ στο καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Όσα λέγονται δημόσια γι’ αυτό είναι, τουλάχιστον, παράλογα από πολιτική και νομική σκοπιά.

Να εξηγήσω τι εννοώ:

Προχθές, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, δήλωσε: «Για το καλώδιο δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις υπό την προϋπόθεση όμως η Τουρκία να ενημερώνεται γραπτώς για τις εργασίες και με τις σχετικές συντεταγμένες».

Είπε ότι επιδιώκει να μη διαταραχθεί το “status quo” της περιοχής. Ως status quo, προφανώς, θεωρεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο…

Και τι απάντησε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών; Η απάντησή του ήταν επί λέξει: “η ενημέρωση σχετικά με την έρευνα και την πόντιση είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι δυνατόν, με την σαφή αναφορά ότι δεν πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία”…

Όταν, λοιπόν, ο κ. Γεραπετρίτης δηλώνει ότι δεν αντιτίθεται στην ενημέρωση της Τουρκίας, στην ουσία της αναγνωρίζει, εμμέσως πλην σαφώς, δικαιοδοσία. Η Τουρκία, ωστόσο, δεν εκδίδει άδεια για το καλώδιο, ούτε είναι κανείς υποχρεωμένος να ζητήσει την έγκρισή της για την πόντισή του. Η ενημέρωση παρέχεται με Navtex από το κράτος που ασκεί δικαιοδοσία —στη συγκεκριμένη περίπτωση, την Ελλάδα— και αυτό είναι αρκετό. Αν αποδεχθούμε οτιδήποτε περισσότερο, θα εξυπηρετήσουμε την τουρκική πλευρά, μάλιστα σε θαλάσσια περιοχή που έχει ήδη διακηρυχθεί ελληνική ΑΟΖ με την Αίγυπτο!

Έχουν σκεφτεί, επιτέλους, τι λένε και ποιες ενέργειες σχεδιάζουν; Δεν συνιστά αυτό περιορισμό των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων; Ποιος εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο; Κανείς!

Ο κ. Μητσοτάκης φέρει τεράστια εθνική ευθύνη. Έχω διατελέσει πρωθυπουργός και ξέρω πόσο βαριά είναι η Ιστορία. Γι’ αυτό καλώ την κυβέρνηση να σταματήσει να παίζει με τη φωτιά.

Μονόδρομος είναι να αλλάξει η εξωτερική μας πολιτική και να αποπεμφθεί, όπως είναι αυτονόητο, ο κ. Γεραπετρίτης.

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να πετύχει τους εθνικούς της στόχους, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο.

Η πολιτική των υποκλίσεων δεν αρμόζει ούτε στην ιστορία της χώρας ούτε στην ιστορία της Παράταξης, αλλά ούτε και στην αξιοπρέπεια του λαού μας.