Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε την ανάγκη κοινής ευρωπαϊκής αντιμετώπισης του κόστους της ενέργειας, μιλώντας κατά την άφιξή του στη διήμερη Σύνοδο Κορυφής των ηγετών της ΕΕ.

«Έχουμε μπροστά μας ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με εξαιρετικά πλούσια ημερήσια διάταξη», ανέφερε στην αρχή των δηλώσεών του και πρόσθεσε:

«Για την Ελλάδα, τρία ζητήματα βρίσκονται σε προτεραιότητα:

Πρώτο θέμα είναι οι διαπραγματεύσεις για το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Η πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας δεν ικανοποιεί την Ελλάδα, η οποία διαπιστώνει αναντιστοιχία ανάμεσα στους φιλόδοξους στόχους που τίθενται και στους διαθέσιμους πόρους για την επίτευξή τους. Η χώρα μας, μαζί με άλλες 15, έχει δεσμευθεί πως δεν θα αποδεχθεί περικοπές στην πολιτική συνοχής και στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, τους βασικούς τομείς που συνδέονται με την ίδια την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Ελπίζουμε οι συνομιλίες να ολοκληρωθούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου. Χρειάζεται, ωστόσο, να γίνει σαφές και στους φειδωλούς φίλους μας ότι δεν θα δεχτούμε περαιτέρω περικοπές σε κρίσιμους πυλώνες της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Το δεύτερο ζήτημα στην ατζέντα μας είναι το κόστος της ενέργειας. Πέρα από τις εθνικές δράσεις, απαιτείται και ευρωπαϊκή απάντηση σε αυτό το μεγάλο, δύσκολο πρόβλημα. Θα ζητήσω προσωπικά να συμπεριληφθεί στα συμπεράσματα πρόβλεψη που θα ζητεί πρόσθετα μέτρα και ευελιξίες, ώστε να ενισχυθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τις δικές μας παρεμβάσεις τις ανακοινώσαμε χθες. Η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες, ενώ υπάρχει και το επίδομα θέρμανσης. Με αυτόν τον τρόπο, η υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική συνδυάζεται με τη στήριξη των πολιτών ενόψει ενός δύσκολου χειμώνα. Θα καλέσουμε την Κομισιόν να καταθέσει πρόσθετες προτάσεις.

Κλείνοντας, θέλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου για την αποδοχή από την Κομισιόν της ελληνικής πρότασης για μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων στο μεταναστευτικό, όπως εκείνη στη Θέουτα. Η πρόταση έχει τη στήριξη των κρατών μελών και εκτιμώ ότι σύντομα θα γίνει νόμος. Οι χώρες της πρώτης γραμμής θα μπορούν, σε εξαιρετικές συνθήκες, να αναστέλλουν τη χορήγηση ασύλου και να προχωρούν σε μαζικές επιστροφές».