Η Αθήνα εξετάζει τώρα την ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού με δύο μεταχειρισμένα ναρκοθηρευτικά από την Ιταλία, επιδιώκοντας να διευρύνει τις δυνατότητές του στον εντοπισμό και την εξουδετέρωση θαλάσσιων ναρκών. Τα πλοία αυτά αποτελούν ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία πολεμικών σκαφών, καθώς έχουν αποστολή να προστατεύουν τις θαλάσσιες περιοχές από εκρηκτικούς μηχανισμούς, οι οποίοι είναι ικανοί να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές ακόμη και σε πολύ μεγαλύτερα σκάφη.
Η πιθανότητα παραχώρησης συζητήθηκε και στη συνάντηση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, με τον Ιταλό ομόλογό του, Γκουίντο Κροσέτο, στο περιθώριο της Συνόδου των υπουργών Άμυνας της Πρωτοβουλίας Αδριατικής και Ιονίου (ADRION), η οποία έγινε πριν από λίγες ημέρες στη Βενετία. Όπως ανέφερε επίσημα το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, οι δύο υπουργοί συζήτησαν τη δυνατότητα παραχώρησης στην Ελλάδα δύο μεταχειρισμένων ιταλικών ναρκοθηρευτικών, χωρίς ωστόσο να ανακοινωθούν περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα συγκεκριμένα πλοία ή τους όρους μιας ενδεχόμενης συμφωνίας. Η επαφή έγινε σε μια συγκυρία κατά την οποία πολλά ευρωπαϊκά πολεμικά ναυτικά ανανεώνουν τον στόλο τους, αποσύροντας παλαιότερα πλοία και αντικαθιστώντας τα με νεότερα, εξοπλισμένα με αυτοματοποιημένα συστήματα και μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα. Η Ελλάδα φαίνεται να διερευνά αν μπορεί να επωφεληθεί από αυτή τη διαδικασία, αποκτώντας σκάφη που διατηρούν επιχειρησιακή αξία, εφόσον κριθεί συμφέρουσα η δαπάνη για τη συντήρηση και τον εκσυγχρονισμό τους.
Ποια δύο ιταλικά ναρκοθηρευτικά εξετάζεται να αποκτήσει η Ελλάδα
Σήμερα, το ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό έχει εννέα ναρκοθηρευτικά: ένα της κλάσης «Lerici» και οκτώ της νεότερης κλάσης «Gaeta». Τα πλοία αυτά έχουν κατασκευαστεί ειδικά για τον εντοπισμό, την αναγνώριση και την εξουδετέρωση ναρκών στον θαλάσσιο βυθό. Τα διαθέσιμα στοιχεία για τη σύνθεση του ιταλικού στόλου στρέφουν κυρίως την προσοχή σε δύο σκάφη της κλάσης «Lerici». Πρόκειται αρχικά για το «Milazzo», με αριθμό M-5552, που αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία τον Οκτώβριο του 2025, έχοντας συμπληρώσει περίπου τέσσερις δεκαετίες δράσης. Το άλλο είναι το «Vieste», με αριθμό M-5553, το οποίο αποτελεί το τελευταίο πλοίο της αρχικής σειράς «Lerici» που παραμένει σε υπηρεσία.
Δύο άλλα πλοία της ίδιας κλάσης, τα «Lerici» και «Sapri», είχαν αποσυρθεί το 2015. Έτσι, μετά την απόσυρση του «Milazzo» το 2025, από τα τέσσερα σκάφη της αρχικής σειράς ενεργό έμεινε μόνο το «Vieste». Ως εκ τούτου, τα «Milazzo» και «Vieste» εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να παραχωρηθούν στην Ελλάδα. Κατασκευάστηκαν και τα δύο από την ιταλική εταιρεία Intermarine και ανήκουν στη δεκαετία του 1980. Πλέον η ηλικία τους πλησιάζει τα 41 χρόνια, οπότε τυχόν απόφαση για την απόκτησή τους θα απαιτούσε αναλυτικό τεχνικό έλεγχο και αξιολόγηση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων τους.
Ποιες επιχειρησιακές δυνατότητες διαθέτουν τα ναρκοθηρευτικά
Τα ναρκοθηρευτικά της κλάσης «Lerici» έχουν μήκος περίπου 50 μέτρα και εκτόπισμα 600-650 τόνων, ενώ η ανώτατη ταχύτητά τους φτάνει περίπου τους 14 κόμβους, ήτοι τα 26 χιλιόμετρα την ώρα. Η ταχύτητα αυτή είναι σχετικά χαμηλή λόγω της ειδικής αποστολής τους: απαιτούνται προσεκτικοί χειρισμοί, υψηλή ακρίβεια και δυνατότητα να παραμένουν σε συγκεκριμένο σημείο κατά τις υποβρύχιες έρευνες. Βασικό γνώρισμά τους αποτελεί και το κύτος από ενισχυμένο υαλονήμα, ειδικό συνθετικό υλικό που είναι γνωστό και ως fiberglass. Η κατασκευή αυτή μειώνει το μαγνητικό ίχνος του σκάφους και, κατ’ επέκταση, τον κίνδυνο ενεργοποίησης ναρκών που αντιδρούν στην παρουσία μεταλλικών πλοίων.
Στα συστήματά τους περιλαμβάνονται σόναρ, τα οποία εντοπίζουν αντικείμενα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας αξιοποιώντας ηχητικά κύματα. Τα πλοία μπορούν ακόμη να χρησιμοποιούν τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα, που προσεγγίζουν ύποπτα αντικείμενα και συνδράμουν στην αναγνώριση ή την εξουδετέρωσή τους, περιορίζοντας την άμεση έκθεση δυτών και πληρώματος σε κίνδυνο. Ο ρόλος ενός ναρκοθηρευτικού διαφέρει ουσιαστικά από εκείνον ενός συνηθισμένου πολεμικού πλοίου. Μια φρεγάτα μπορεί να φέρει πυραύλους, τορπίλες και εξελιγμένα ραντάρ, ωστόσο δεν είναι κατασκευασμένη για ασφαλή έρευνα του βυθού και εξουδετέρωση θαλάσσιων ναρκών. Για τέτοιες αποστολές, τα ναρκοθηρευτικά διαθέτουν τον απαραίτητο εξειδικευμένο εξοπλισμό.
Οι λόγοι για τους οποίους η Ελλάδα χρειάζεται ναρκοθηρευτικά
Για την Ελλάδα, με τα χιλιάδες νησιά, τους πολλούς λιμένες και τις εκτεταμένες θαλάσσιες συγκοινωνίες, η αντιμετώπιση υποβρύχιων ναρκών έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε μια στρατιωτική κρίση, λίγες νάρκες σε ένα στενό ή στην είσοδο λιμανιού θα αρκούσαν για να δυσχεράνουν σημαντικά τη διέλευση πολεμικών και εμπορικών πλοίων. Πρόκειται για όπλα σχετικά χαμηλού κόστους, αλλά με δυνατότητα να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλες ζημιές. Ανάλογα με τον τύπο τους, τοποθετούνται στον πυθμένα, αγκυροβολούνται σε ορισμένο βάθος ή αφήνονται να επιπλέουν, ενώ η ενεργοποίησή τους μπορεί να προκληθεί από αλλαγές στο μαγνητικό πεδίο, τον ήχο ή την πίεση που δημιουργεί ένα διερχόμενο πλοίο.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με την παρουσία ναρκών στη Μαύρη Θάλασσα, ανέδειξε εκ νέου τους κινδύνους για την εμπορική ναυτιλία και την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών. Για την αντιμετώπισή τους, το ΝΑΤΟ διατηρεί δύο μόνιμες πολυεθνικές ναυτικές δυνάμεις, με τη δεύτερη να επιχειρεί κατά κύριο λόγο στη Μεσόγειο. Για την Ελλάδα, τα πλοία αυτά θα μπορούσαν να αναλάβουν τον έλεγχο θαλάσσιων διαδρομών, να προστατεύουν τις εισόδους σε ναυστάθμους και λιμάνια, να συνδράμουν ναυτικές επιχειρήσεις και να ερευνούν περιοχές όπου υπάρχουν ενδείξεις για εκρηκτικούς μηχανισμούς.
Στην επίσημη καταγραφή του Πολεμικού Ναυτικού αναφέρονται σήμερα δύο ναρκοθηρευτικά. Πρόκειται για το «Ευνίκη» (M-61), της αμερικανικής κλάσης «Osprey», που εντάχθηκε αρχικά σε υπηρεσία το 1994, και το «Ευρώπη» (M-62), της βρετανικής κλάσης «Hunt», το οποίο τέθηκε αρχικά σε υπηρεσία το 1986. Τα δύο πλοία αποκτήθηκαν μεταχειρισμένα, αφού πρώτα είχαν υπηρετήσει στο αμερικανικό και στο βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό, αντίστοιχα. Επομένως, η πιθανή παραχώρηση δύο ακόμη μονάδων θα μπορούσε να αυξήσει αισθητά τα διαθέσιμα πλοία της κατηγορίας, εφόσον τα ιταλικά ναρκοθηρευτικά βρίσκονται σε κατάλληλη κατάσταση και μπορούν να ενταχθούν επιχειρησιακά στον ελληνικό στόλο.
Η Ιταλία προχωρά στην κατασκευή ναρκοθηρευτικών νέας γενιάς
Η προοπτική παραχώρησης παλαιότερων ναρκοθηρευτικών σχετίζεται με το μεγάλο πρόγραμμα ανανέωσης του ιταλικού στόλου. Η Ρώμη ανέθεσε στις Intermarine και Leonardo την κατασκευή πέντε νέων παράκτιων ναρκοθηρευτικών, προβλέποντας συμβατικά τη δυνατότητα προσθήκης τριών ακόμη. Η σύμβαση υπογράφηκε το 2024 και το πρόγραμμα έχει ήδη περάσει στην κατασκευαστική φάση. Οι εργασίες για το κύτος της πρώτης μονάδας άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ τον Ιούλιο του 2026 ξεκίνησε η αντίστοιχη διαδικασία για το δεύτερο πλοίο. Με βάση την πιο πρόσφατη επίσημη ενημέρωση του ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού, η πρώτη παράδοση αναμένεται το 2029.
Με μήκος περίπου 63 μέτρα και εκτόπισμα που ξεπερνά τους 1.300 τόνους, τα νέα ναρκοθηρευτικά θα έχουν αισθητά μεγαλύτερες διαστάσεις. Στον εξοπλισμό τους θα περιλαμβάνονται προηγμένοι αισθητήρες, καθώς και αυτόνομα και τηλεκατευθυνόμενα μέσα, ώστε πολλές επικίνδυνες υποβρύχιες αποστολές να εκτελούνται χωρίς άμεση ανθρώπινη παρουσία κοντά στις νάρκες. Η τεχνολογική αναβάθμιση αυτή αποτελεί τον λόγο για τον οποίο το Πολεμικό Ναυτικό της γείτονος αντικαθιστά σταδιακά παλαιότερα πλοία, μεταξύ των οποίων εκείνα των κλάσεων «Lerici» και «Gaeta». Για την Ελλάδα, το κύριο ερώτημα είναι αν η απόκτηση πλοίων ηλικίας τεσσάρων δεκαετιών θα αποτελούσε συμφέρουσα οικονομικά επιλογή. Θα χρειαστεί να αξιολογηθούν όχι μόνο το κύτος και οι μηχανές, αλλά και η αξιοπιστία των ηλεκτρονικών, η πρόσβαση σε ανταλλακτικά, η συντήρηση του εξοπλισμού ναρκοπολέμου και η δυνατότητα διατήρησης της υποστήριξής τους για αρκετά ακόμη χρόνια.
