Περισσότερα από 1 εκατομμύριο νοικοκυριά και επιχειρήσεις αποκτούν δυνατότητα να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητές τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Με τη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων, η εξόφληση παλαιών οφειλών μπορεί να εκταθεί σε δέκα χρόνια, ενώ η μηνιαία καταβολή μειώνεται ακόμη και στα 30 ευρώ.
Το χαμηλότερο ποσό ανά μήνα, ωστόσο, συνοδεύεται από περισσότερους τόκους. Επιπλέον, όσοι δεν παραμείνουν συνεπείς κινδυνεύουν, μετά την απώλεια της ρύθμισης, να βρεθούν ξανά αντιμέτωποι με κατασχέσεις και άλλα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατατέθηκε στη Βουλή, περιλαμβάνει τις νέες διατάξεις: το ανώτατο όριο των δόσεων ανεβαίνει από 72 σε 120, περισσότερες οφειλές μπορούν να υπαχθούν και οι αιτήσεις θα γίνονται δεκτές έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Έως τα μέσα Νοεμβρίου εκτιμάται ότι θα τεθεί σε λειτουργία η ηλεκτρονική πλατφόρμα της ΑΑΔΕ. Στη ρύθμιση περιλαμβάνονται χρέη που έγιναν ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, ενώ δικαίωμα μετάβασης στις 120 δόσεις έχουν και όσοι εξυπηρετούν τη ρύθμιση των 72 δόσεων, εφόσον δεν την έχουν απωλέσει.
Όσοι ενταχθούν στη νέα ρύθμιση και εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους μπορούν, μεταξύ άλλων, να λάβουν φορολογική ή ασφαλιστική ενημερότητα, ενώ αναστέλλονται μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Οι διευκολύνσεις δεν συνεπάγονται, πάντως, αυτόματη άρση κάθε κατάσχεσης ούτε απαλλάσσουν από την τακτοποίηση νέων οφειλών.
Ποιοι δικαιούνται να ενταχθούν στις 120 δόσεις
Το άρθρο 35 του νομοσχεδίου ορίζει τις προϋποθέσεις για τη ρύθμιση των χρεών προς την Εφορία. Επιλέξιμες είναι βεβαιωμένες οφειλές που έγιναν ληξιπρόθεσμες έως το τέλος του 2024, εφόσον δεν τελούσαν υπό ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 και δεν υπαχθούν σε άλλη ρύθμιση πριν κατατεθεί η αίτηση.
Προτού ενταχθούν στις 120 δόσεις, οι φορολογούμενοι οφείλουν να έχουν διευθετήσει τις υπόλοιπες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Συνεπώς, τα χρέη που προέκυψαν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά πρέπει είτε να εξοφληθούν είτε να ενταχθούν σε άλλη νόμιμη διαδικασία, όπως η πάγια ρύθμιση.
Προϋπόθεση αποτελεί επίσης η υποβολή όλων των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας, εφόσον η προθεσμία τους είχε εκπνεύσει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Δεν γίνονται δεκτοί όσοι έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.
Υποχρεωτικά υπάγονται όλες οι επιλέξιμες οφειλές που δεν βρίσκονται σε αναστολή πληρωμής, ενώ για τα χρέη σε αναστολή ο οφειλέτης αποφασίζει αν θα τα εντάξει. Εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, ποσά που οφείλονται από ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων ύστερα από αποφάσεις ευρωπαϊκών οργάνων, καθώς και οφειλές που αποκλείονται από άλλες νομοθετικές διατάξεις.
Οι συνεπείς οφειλέτες που βρίσκονται ήδη στις 72 δόσεις μπορούν, χωρίς να υποχρεούνται, να παρατείνουν την αποπληρωμή σε 120 δόσεις. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται η μηνιαία καταβολή, αλλά η μεγαλύτερη διάρκεια εξόφλησης αυξάνει το συνολικό ποσό των τόκων.
Προθεσμίες και τρόπος πληρωμής
Η ηλεκτρονική αίτηση μέσω της ΑΑΔΕ μπορεί να υποβληθεί έως τις 30 Ιουνίου 2027. Σε περίπτωση τεχνικής αδυναμίας, προβλέπεται η υποβολή της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία είσπραξης. Μετά την αίτηση, για να ενεργοποιηθεί η ρύθμιση, πρέπει να πληρωθεί η πρώτη δόση μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Οι υπόλοιπες καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.
Η ελάχιστη δόση ανέρχεται σε 30 ευρώ και το ετήσιο επιτόκιο είναι σταθερό στο 5,84% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης. Σε περίπτωση καθυστέρησης προστίθεται τόκος, ενώ οι οφειλέτες που εξοφλήσουν νωρίτερα μπορούν να έχουν επανυπολογισμό των τόκων βάσει του πραγματικού χρόνου αποπληρωμής.
Με την υπαγωγή στις 120 δόσεις, οι συνεπείς οφειλέτες μπορούν, εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να λάβουν αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας. Παράλληλα, αναστέλλεται η ποινική δίωξη για χρέη προς το Δημόσιο που δεν έχουν καταβληθεί, καθώς και η επιβολή ή η συνέχιση αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης για τις οφειλές που ρυθμίστηκαν.
Για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων ισχύουν ειδικοί όροι. Μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να σταματήσουν να δεσμεύουν μελλοντικές απαιτήσεις του οφειλέτη, όταν αφορούν αποκλειστικά χρέη ενταγμένα στη ρύθμιση και έχει κοινοποιηθεί η σχετική απόφαση στον τρίτο. Ποσά από απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την κοινοποίηση εξακολουθούν να καταβάλλονται στο Δημόσιο.
Η ένταξη στη ρύθμιση, πάντως, δεν στερεί από την Εφορία κάθε μέσο είσπραξης. Αν η οφειλή δεν είναι διασφαλισμένη, το Δημόσιο μπορεί να εγγράψει υποθήκη, ενώ υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις δύναται να μη χορηγήσει ενημερότητα για μεταβίβαση ακινήτου. Διατηρεί, επίσης, το δικαίωμα να συμψηφίζει απαιτήσεις με χρέη του φορολογουμένου.
Οι κίνδυνοι της ρύθμισης
Για να παραμείνει σε ισχύ η ρύθμιση, χρειάζεται συνέπεια τόσο στην καταβολή των δόσεων όσο και στις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις. Οι βασικοί κίνδυνοι είναι τρεις:
- Καθυστέρηση δύο δόσεων. Ο οφειλέτης χάνει τη ρύθμιση εάν αφήσει απλήρωτες δύο διαδοχικές μηνιαίες δόσεις ή εάν οι δύο τελευταίες δόσεις καθυστερήσουν περισσότερο από δύο μήνες.
- Αρρύθμιστα παλαιά χρέη. Ληξιπρόθεσμες οφειλές που δεν εντάσσονται στις 120 δόσεις πρέπει να εξοφληθούν ή να ρυθμιστούν νόμιμα μέσα σε έναν μήνα από την ένταξη.
- Νέες φορολογικές οφειλές. Αν στη διάρκεια της ρύθμισης δημιουργηθούν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη, ο φορολογούμενος πρέπει να τα πληρώσει ή να τα ρυθμίσει εντός τριών μηνών από την προθεσμία καταβολής τους.
Αν χαθεί η ρύθμιση, το ανεξόφλητο ποσό καθίσταται αμέσως απαιτητό και το Δημόσιο μπορεί να ενεργοποιήσει ξανά τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Έτσι, οι κατασχέσεις που είχαν περιοριστεί επανέρχονται σε ισχύ, σύμφωνα με τον νόμο.
Αποπληρωμή σε δέκα χρόνια και για τις οφειλές στον ΕΦΚΑ
Στη ρύθμιση των 120 δόσεων μπορούν να ενταχθούν επίσης χρέη προς τον e-ΕΦΚΑ και τους άλλους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Με τη νέα διάταξη διευρύνεται το ήδη ισχύον σχήμα των 72 δόσεων και καλύπτονται ασφαλιστικές οφειλές για περιόδους έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Η κατώτατη μηνιαία καταβολή είναι 30 ευρώ, ενώ η αίτηση μπορεί να υποβληθεί έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Για χρέη που έχουν βεβαιωθεί στο Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ), η αίτηση κατατίθεται ηλεκτρονικά μέσω των υπηρεσιών του. Για οφειλές του πρώην Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ) και άλλων ασφαλιστικών φορέων ακολουθείται ξεχωριστή διαδικασία, με υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία.
Η προθεσμία της πρώτης πληρωμής διαφέρει από εκείνη της φορολογικής ρύθμισης: για τα ασφαλιστικά χρέη η δόση καταβάλλεται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση. Οι επόμενες δόσεις πληρώνονται έως την τελευταία εργάσιμη κάθε μήνα που ακολουθεί.
Το αρχικό ποσό της ασφαλιστικής οφειλής κεφαλαιοποιείται και τοκίζεται με βάση το επιτόκιο της πάγιας ρύθμισης ασφαλιστικών εισφορών. Για εκπρόθεσμη καταβολή δόσεων προβλέπεται πρόσθετη επιβάρυνση.
Όσοι οφειλέτες τηρούν τους όρους της ρύθμισης δικαιούνται ασφαλιστική ενημερότητα και αναστολή της ποινικής δίωξης για μη πληρωμή εισφορών. Αν έχει επιβληθεί ποινή, η εκτέλεσή της αναστέλλεται ή διακόπτεται, εφόσον έχει ήδη αρχίσει. Παράλληλα, σταματά η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε κινητά και ακίνητα. Η μη πληρωμή δύο συνεχόμενων δόσεων οδηγεί σε απώλεια της ρύθμισης, ενώ ο οφειλέτης πρέπει να τακτοποιεί νόμιμα τις υπόλοιπες ασφαλιστικές υποχρεώσεις του σε όλη τη διάρκειά της. Σε αντίθεση με τη ρύθμιση της Εφορίας, δεν ορίζεται συγκεκριμένη προθεσμία τριών μηνών για τη διευθέτηση νέων χρεών.
Οι οφειλέτες που βρίσκονται ήδη στη ρύθμιση των 72 δόσεων για χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στις 120, υπό την προϋπόθεση ότι η υπάρχουσα ρύθμιση παραμένει ενεργή. Η μετάβαση δεν είναι υποχρεωτική και επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να συγκρίνουν τη χαμηλότερη μηνιαία δόση με το επιπλέον κόστος που συνεπάγεται η αποπληρωμή σε βάθος δεκαετίας.








