Ο αρχηγός της τουρκικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, Οζγκιούρ Οζέλ, άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση Ερντογάν για τις αποτυχίες της απέναντι στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας τόσο την ισχυροποίηση της ελληνικής άμυνας όσο και τα διπλωματικά λάθη της Άγκυρας.
Παράλληλα, οι τοποθετήσεις του φανερώνουν ότι η αντιπολίτευση στην Τουρκία ακολουθεί στα ελληνοτουρκικά γραμμή εξίσου σκληρή, και κάποιες φορές πιο αυστηρή, από εκείνη της κυβέρνησης. Πρόκειται για παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα για την ελληνική εξωτερική πολιτική και για τις μελλοντικές σχέσεις με την Τουρκία, εφόσον και όταν αρχίσει η πολιτική εποχή μετά τον Ερντογάν.
Κατά την ομιλία του την Τρίτη (27/10) προς τους επικεφαλής των νομαρχιακών επιτροπών του Νέου Κόμματος (Yeni Parti), το οποίο ίδρυσε αφού απομακρύνθηκε από την ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), ο Οζέλ καυτηρίασε την πολιτική του Ερντογάν απέναντι στις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα, κάνοντας λόγο για αλλεπάλληλες παραχωρήσεις χωρίς αντίκρισμα.
Η Ελλάδα απέκτησε F-35 και τα πιο σύγχρονα F-16
«Ούτε κινητήρας βρέθηκε για το KAAN, ούτε F-35 ήρθαν», είπε, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τα ανταλλάγματα που αναμένονταν από την Ουάσιγκτον. «Σαν να μην έφταναν τα F-35 που πουλήθηκαν στο Ισραήλ και την Ελλάδα, τα πιο σύγχρονα F-16 βρίσκονται επίσης στα χέρια της Ελλάδας και του Ισραήλ», συμπλήρωσε.
Η συμφωνία της Ελλάδας προβλέπει την αγορά 20 F-35, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η αναβάθμιση των F-16 στο επίπεδο Viper. Η Τουρκία, αντίθετα, εξακολουθεί να μένει εκτός του προγράμματος F-35 εξαιτίας της προμήθειας των ρωσικών S-400, ενώ εκκρεμεί το αίτημά της για κινητήρες του μαχητικού ΚΑΑΝ, που κατασκευάζεται στην Τουρκία και έχει προβληθεί ευρέως.
Ο Οζέλ υποστήριξε ότι ο Ερντογάν προχώρησε σε παραχωρήσεις χωρίς ανταλλάγματα: «Για να κλειστεί ένα ραντεβού με τον Τραμπ αγοράσαμε 250 Boeing, αγοράσαμε υγροποιημένο φυσικό αέριο σε υπέρογκες τιμές, μηδενίσαμε τους δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα».
Παρά τις κινήσεις αυτές, σημείωσε, οι κυρώσεις CAATSA παραμένουν σε ισχύ και η υπόθεση των F-35 εξακολουθεί να μην έχει διευθετηθεί.
Το ευρωπαϊκό SAFE και η στάση της Ελλάδας
Ο Οζέλ επέκρινε επίσης την αδυναμία της Τουρκίας να πετύχει την πρόσβαση που διεκδικεί στο SAFE, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα αμυντικών προμηθειών προϋπολογισμού 150 δισ. ευρώ.
«Η Τουρκία, που σπεύδει όποτε καλείται για ζητήματα ασφάλειας και στέλνει τα F-16 της για την προστασία του εναέριου χώρου στις Βαλτικές Χώρες, δεν κατάφερε να συμπεριληφθεί σε αυτό το τεράστιο πρόγραμμα εξαιτίας της ανίκανης διαχείρισης του AKP», δήλωσε.
Η Αθήνα έχει θέσει ως όρους για την ευρύτερη συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE την κατάργηση του casus belli και τον σεβασμό της ελληνικής κυριαρχίας. Δεν αποκλείεται κάθε μορφή συμμετοχής τουρκικών εταιρειών, ωστόσο η Άγκυρα δεν έχει επιτύχει το πλαίσιο συνεργασίας που ζητά.
Ο Οζέλ καταλόγισε στην κυβέρνηση και την έως τώρα αποτυχία να προωθήσει την αναθεώρηση της Τελωνειακής Ένωσης με την ΕΕ, καθώς και το γεγονός ότι η Τουρκία απουσιάζει από το υπό σχεδιασμό πλαίσιο «Made in Europe», που αποσκοπεί στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής παραγωγής.
Η κριτική στον Φιντάν και η απάντηση του τουρκικού ΥΠΕΞ

Ο Οζέλ επιτέθηκε στον υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, υποστηρίζοντας ότι στην πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα Τα Νέα, την οποία δεν κατονόμασε, υιοθέτησε πιο διαλλακτική στάση για τα ελληνικά χωρικά ύδατα.
Κατά την ερμηνεία του Οζέλ, η απόφαση που έλαβε το 1995 η τουρκική Εθνοσυνέλευση καλύπτει οποιαδήποτε επέκταση πέρα από τα έξι μίλια στο Αιγαίο. Ο υπουργός, όπως ισχυρίστηκε, περιορίστηκε σε αναφορά στα 12 μίλια.
«Αυτός λέει ουσιαστικά: μέχρι τα 11,9 μίλια δεν έχω αντίρρηση», σχολίασε, κατηγορώντας τον παράλληλα για την ερμηνεία του casus belli, την οποία χαρακτήρισε ως επιχείρημα Έλληνα διπλωμάτη.
Την ίδια ημέρα απάντησε το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών. Σε ανακοίνωσή του αρνήθηκε ότι ο Φιντάν έδωσε συνέντευξη σε ελληνικό έντυπο και διευκρίνισε ότι οι απαντήσεις του είχαν δοθεί σε εκδήλωση δεξαμενής σκέψης στις Βρυξέλλες και «παραποιήθηκαν και αποσπάστηκαν εντελώς από τα συμφραζόμενά τους». Το υπουργείο επέμεινε ότι η πολιτική της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο παραμένει αμετάβλητη.
Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου γίνεται αποδεκτή από όλους
Αναφερόμενος στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, ο Οζέλ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση μετέτρεψε την τουρκική αξίωση από «άδεια» σε «ενημέρωση». «Και από τότε η Ελλάδα λέει ότι είναι αντίθετη ακόμη και στην ενημέρωση», είπε, παρουσιάζοντας την αλλαγή ως υποχώρηση της Άγκυρας.
Ο Οζέλ αναφέρθηκε ειδικά στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, συγκρίνοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται διεθνώς με εκείνον της συμφωνίας Ελλάδας–Αιγύπτου.
«Η συμφωνία που υπέγραψε η Αίγυπτος με την Ελλάδα γίνεται αποδεκτή από όλους, ενώ η συμφωνία μας με τη Λιβύη, η οποία υπεγράφη από δύο κυρίαρχα κράτη, επικρίνεται, καταδικάζεται και δεν γίνεται αποδεκτή από αυθάδεις Ευρωπαίους», ανέφερε.
Απέδωσε το διπλωματικό μειονέκτημα στους χειρισμούς του Ερντογάν έναντι του Καΐρου, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι ο ίδιος είχε στηρίξει την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Η κεμαλική αντιπολίτευση υιοθετεί σκληρότερη γραμμή από τον Ερντογάν

Η συγκεκριμένη στάση έχει εμφανιστεί και στο παρελθόν. Τον Μάιο του 2023, ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, τότε πρόεδρος του κεμαλικού CHP, επέκρινε τον Ερντογάν για την ανεπαρκή αντίδρασή του στον εξοπλισμό των ελληνικών νησιών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι παρεμβάσεις του Γιανκί Μπαγτζίογλου, απόστρατου υποναυάρχου και αρμόδιου για θέματα άμυνας στο CHP.
Τον Ιανουάριο του 2026 δήλωσε ότι τα Ίμια είναι «βραχονησίδες αποκλειστικά υπό τουρκική κυριαρχία». Τον Μάιο τάχθηκε υπέρ της νομοθετικής κατοχύρωσης των τουρκικών αξιώσεων σε νησιά και βραχονησίδες που η Άγκυρα εντάσσει στις «γκρίζες ζώνες». Τον Σεπτέμβριο, με αφορμή επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη, χαρακτήρισε τη Ρω και τη Στρογγύλη «αμφισβητούμενης κυριαρχίας».
Ο Ναμίκ Ταν, έμπειρος πρώην πρέσβης και βουλευτής του Νέου Κόμματος, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι οι χειρισμοί της συνέβαλαν στη διαμόρφωση συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας, Ισραήλ και Αιγύπτου εις βάρος της Τουρκίας.
Το 2024 είχε αποκαλέσει «παραμύθι» τη «Γαλάζια Πατρίδα», προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό του κόμματός του. Οι επικρίσεις του, ωστόσο, αφορούσαν τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση προασπίζεται τις τουρκικές διεκδικήσεις στη θάλασσα.
Η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, καθώς και οι επαναλαμβανόμενοι τα τελευταία χρόνια ισχυρισμοί περί δήθεν «κατοχής» και «εποικισμού» ελληνικών νησιών στο Αιγαίο από την Ελλάδα, δεν προέρχονται μόνο από τον κυβερνητικό Τύπο.
Η αντιπολιτευόμενη εφημερίδα Sözcü έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ότι 20 ελληνικά νησιά και δύο βραχονησίδες τελούν υπό «ελληνική κατοχή». Τον Ιούλιο του 2026, ο αρθρογράφος Σαϊγκί Οζτούρκ έθεσε το ερώτημα «γιατί το ΝΑΤΟ δεν τερματίζει την ελληνική κατοχή στα νησιά μας».
Παρόμοια δημοσιεύματα έχουν φιλοξενηθεί στην Cumhuriyet, όπου ελληνικές νησίδες εμφανίζονται ως «αμφισβητούμενης κυριαρχίας». Πρόσφατα, αρθρογράφος της εφημερίδας υποστήριξε επίσης ότι η ελληνική κυριαρχία στα νησιά εξαρτάται από την αποστρατιωτικοποίησή τους.
Με αφορμή τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα, η Nefes έχει επίσης αναδημοσιεύσει τουρκικούς ισχυρισμούς ότι υπάρχουν νησίδες που δεν έχουν παραχωρηθεί στην Ελλάδα.
Είτε εκφράζουν επίσημα τις θέσεις του Οζέλ είτε όχι, οι ισχυρισμοί αυτοί φανερώνουν την απήχηση των εθνικιστικών αντιλήψεων στο κεμαλικό μπλοκ της αντιπολίτευσης, του οποίου ο ίδιος αποτελεί τον βασικό πολιτικό και ιδεολογικό εκπρόσωπο.
Το γεγονός ότι η τουρκική αντιπολίτευση, σε ορισμένα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, υιοθετεί θέσεις ακόμη σκληρότερες από εκείνες της κυβέρνησης Ερντογάν είναι μια παράμετρος που η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να λάβει υπόψη.
Τυχόν αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα μετριαστεί η στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα. Αντιθέτως, σε ορισμένα θέματα ενδέχεται να επικρατήσουν ακόμη πιο σκληρές θέσεις.








