Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου η ελληνική οικονομία μπαίνει ξανά στο μικροσκόπιο των οίκων αξιολόγησης, με τις DBRS, Moody’s και Scope να εξετάζουν τις αντοχές της σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, αλλά και τα ισχυρά της σημεία, όπως η βελτίωση των δημοσιονομικών, η ταχύτερη μείωση του χρέους και η ανάπτυξη. Παρά τους κινδύνους από τις γεωπολιτικές εντάσεις και την ενέργεια, το αυξημένο πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να στηρίξει θετικά τις ετυμηγορίες, ενώ η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων θα παραμείνει βασική προϋπόθεση για νέες αναβαθμίσεις.

Πιο αναλυτικά

Στο «ραντάρ» των οίκων αξιολόγησης μπαίνει ξανά από τις αρχές Σεπτεμβρίου η ελληνική οικονομία, με το βλέμμα των αγορών να στρέφεται στις αντοχές που εμφανίζει μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενεργειακών πιέσεων.

Η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών, η ταχύτερη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, οι επενδύσεις και η ανάπτυξη αποτελούν τα ισχυρά χαρτιά της χώρας, την ώρα που οι οίκοι κρατούν στο μικροσκόπιο την πορεία των μεταρρυθμίσεων και τους κινδύνους που έρχονται από το εξωτερικό.

Το πρώτο φθινοπωρινό «ραντεβού» έχει κλειστεί για τις 4 Σεπτεμβρίου 2026 όταν η καναδική DBRS θα δώσει το δικό της σήμα στις αγορές για τα ελληνικά ομόλογα και την επενδυτική εικόνα της χώρας. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2026 παίρνουν τη σκυτάλη Moody’s και Scope, με τις ετυμηγορίες τους να συγκεντρώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η Moody’s είναι ο μόνος από τους μεγάλους οίκους που διατηρεί την Ελλάδα στο πρώτο «σκαλοπάτι» της επενδυτικής βαθμίδας, στο Baa3 με σταθερές προοπτικές, όταν οι υπόλοιποι έχουν ήδη ανεβάσει τη χώρα στο δεύτερο. Από την άλλη πλευρά, η Scope δίνει σήμερα την πλέον ευνοϊκή αξιολόγηση, BBB με θετικές προοπτικές, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας αναβάθμισης εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν. Ο κύκλος των φθινοπωρινών αξιολογήσεων θα συνεχιστεί στις 23 Οκτωβρίου 2026 με τη Standard & Poor’s και θα ολοκληρωθεί στις 6 Νοεμβρίου 2026 με τη Fitch.

Το πιθανότερο σενάριο

Με την αβεβαιότητα να παραμένει έντονη στις διεθνείς αγορές, το βασικό σενάριο θέλει τους οίκους αξιολόγησης να κρατούν προς το παρόν στάση αναμονής. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις της στις τιμές της ενέργειας εξακολουθούν να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους αστάθμητους παράγοντες, καθώς μια νέα ενεργειακή έξαρση θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να φρενάρει την οικονομική δραστηριότητα.

Απέναντι σε αυτή την αβεβαιότητα, η Ελλάδα προσέρχεται στις αξιολογήσεις με ένα ισχυρό δημοσιονομικό χαρτί. Η αναθεώρηση της εκτίμησης του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026 από 2,8% σε 3,2% του ΑΕΠ ενισχύει τις προοπτικές ταχύτερης αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους και αναμένεται να μετρήσει θετικά στις ετυμηγορίες των οίκων. Άλλωστε, στις τελευταίες εκθέσεις τους οι οίκοι έχουν αναδείξει τη σταθερή μείωση του χρέους και τη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ως βασικές προϋποθέσεις για περαιτέρω αναβάθμιση της ελληνικής πιστοληπτικής ικανότητας.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της εξίσωσης. Οι οίκοι ζητούν συνέχιση και επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η προεκλογική ατμόσφαιρα ενδέχεται να μεταφέρει το βάρος σε άλλες προτεραιότητες. Ο πολιτικός κίνδυνος, πάντως, δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή ψηλά στη λίστα των ανησυχιών τους. Αντίθετα, στα αρνητικά σενάρια περιλαμβάνονται ενδεχόμενη αντιστροφή μεταρρυθμίσεων, χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Η ενέργεια αλλάζει την εικόνα

Σημαντική παράμετρος για την πορεία της οικονομίας παραμένει η ενέργεια. Στο πιο πρόσφατο σημείωμά της, στα μέσα Ιουλίου, η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε ότι, παρά τα σχετικά υψηλά επίπεδα, η τιμή του αργού πετρελαίου κινείται αισθητά χαμηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις που έβλεπαν το Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Σήμερα κινείται στην περιοχή των 90 δολαρίων, χωρίς να έχει ξεπεράσει αυτό το επίπεδο κατά τις πρώτες δύο εβδομάδες του Αυγούστου.

Η αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών έχει ήδη αφήσει το αποτύπωμά της στον πληθωρισμό. Από 4,9% τον Μάιο, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη, υποχώρησε στο 3,9% τον Ιούνιο και στο 2,7% τον Ιούλιο. Η εικόνα δείχνει ότι η οικονομία απορροφά σταδιακά το αρχικό σοκ και εμφανίζει αντοχές, αν και οι πληθωριστικές πιέσεις δεν έχουν εξαφανιστεί.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,7% στο σύνολο του έτους, αισθητά υψηλότερα από την πρόβλεψη του 3,1% που είχε διατυπώσει τον Απρίλιο. Με βάση το βασικό σενάριο της ΤτΕ, το οποίο προϋποθέτει ότι το Brent θα παραμείνει κοντά στα σημερινά επίπεδα και δεν θα επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 2% φέτος και ο ρυθμός ανάπτυξης να επιταχυνθεί οριακά στο 2,1% το 2027 και το 2028.