Για ανάπτυξη 1,8% στην ελληνική οικονομία τόσο το 2026 όσο και το 2027 προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), σύμφωνα με τη νέα έκθεσή του για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Το Ταμείο διατηρεί αμετάβλητη την εκτίμησή του για το 2026, σε σχέση με την έκθεση του περασμένου Απριλίου, ενώ για το 2027 αναθεώρησε την πρόβλεψη ελαφρώς προς τα πάνω, από 1,7%. Η άνοδος του ελληνικού ΑΕΠ και στα δύο έτη αναμένεται να ξεπεράσει αισθητά εκείνη της Ευρωζώνης, η οποία εκτιμάται σε 1,2% και 1,1%, αντίστοιχα. Η ανάπτυξη αναμένεται να συμβάλει στη συνέχιση της πτώσης της ανεργίας: από 8,9% πέρυσι, στο 8% φέτος και στο 7,6% το 2027. Έτσι, το ποσοστό θα πλησιάσει τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπου προβλέπεται να διατηρηθεί στο 6,3% το 2027.
Οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας, λόγω του μεγαλύτερου από τον αρχικά υπολογισμένο αντίκτυπου του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθωρισμό σε μέσα επίπεδα στο 4,2% το 2026, από 2,9% το 2025. Για το 2027 προβλέπεται υποχώρηση στο 3,6%. Και τις δύο χρονιές, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αναμένεται να είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο της Ευρωζώνης, που εκτιμάται σε 3,1% και 2,8%, αντίστοιχα.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας αναμένεται να διευρύνει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από 5,7% του ΑΕΠ πέρυσι σε 6,5% φέτος, πριν περιοριστεί στο 5,9% το 2027. Για την Ευρωζώνη, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ πέρυσι, το οποίο προβλέπεται να υποχωρήσει στο 1,2% το 2026 και να ανακάμψει ελαφρά, στο 1,3%, το 2027.
Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η παγκόσμια οικονομία έχει σχεδόν εξαντλήσει την ικανότητά της να αντέχει τα διαδοχικά σοκ των τελευταίων επτά ετών. Σε αυτά περιλαμβάνονται η πανδημία του κορονοϊού, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι απότομες ανατιμήσεις στην ενέργεια και σε άλλα εμπορεύματα, καθώς και οι μεγάλες μεταβολές στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις περιόρισαν τα δημοσιονομικά περιθώρια και οδήγησαν το δημόσιο χρέος πολλών κρατών, μεταξύ τους και μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, σε μη βιώσιμα επίπεδα, ενώ παράλληλα το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί σημαντικά. Το Ταμείο προειδοποιεί ότι οι χώρες αυτές πρέπει να ανακτήσουν τον δημοσιονομικό χώρο τους.
Μέχρι στιγμής, η παγκόσμια οικονομία έχει ανταπεξέλθει στις κρίσεις, χάρη στις παρεμβάσεις για την ενεργειακή κρίση και στην έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ). Την ανθεκτικότητα αποτυπώνουν οι προβλέψεις του ΔΝΤ για αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 3,1% φέτος και 3,4% το 2027. Για τον παγκόσμιο πληθωρισμό προβλέπεται άνοδος στο 4,7% φέτος, κυρίως εξαιτίας των υψηλότερων τιμών των εμπορευμάτων, και στη συνέχεια πτώση στο 4,1% το 2027.
Ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης διεθνώς, ωστόσο, δεν αποτυπώνει τις μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις χώρες. «Γενικότερα, η ανθεκτικότητα δεν ήταν ομοιόμορφη, παρουσιάζοντας μεγάλες διαφοροποιήσεις, ανάλογα με την έκθεση των χωρών στον πόλεμο και την εκτίναξη της τεχνητής νοημοσύνης και προκαλώντας διαφορετικά αποτελέσματα», αναφέρει το Ταμείο. Προσθέτει ότι οι κίνδυνοι κλίνουν προς την πλευρά της επιβράδυνσης, ενώ οι μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές παραμένουν ασθενείς σε σύγκριση με τα ιστορικά δεδομένα και άνισες μεταξύ χωρών. Σε αυτό συμβάλλουν, εν μέρει, οι διαφορές στην ετοιμότητα για την ΑΙ και στην ανθεκτικότητα του ενεργειακού μείγματος.
Το ΔΝΤ τονίζει ότι «Η όποια στήριξη για την ελάφρυνση του αντίκτυπου των υψηλότερων τιμών ενέργειας και τροφίμων πρέπει να είναι προσωρινή, στοχευμένη, να μην προκαλεί στρεβλώσεις και να μην υπονομεύει τους στόχους δημοσιονομικής βιωσιμότητας».
