Η παγκόσμια οικονομία αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από τις εκτιμήσεις στις αναταράξεις που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ενώ η ανάπτυξη τροφοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Την ίδια ώρα, η άνοδος του κόστους δανεισμού και η συσσώρευση δημόσιου χρέους δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό καθώς πλησιάζουν οι ετήσιες συνεδριάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ.

Οι μεγαλύτερες οικονομίες παγκοσμίως εξακολουθούν να σημειώνουν αξιοσημείωτες επιδόσεις, παρά το ακριβό ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις στον πληθωρισμό, όπως προκύπτει από έρευνα για λογαριασμό των Financial Times.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Tracking Indexes for the Global Economic Recovery (TIGER), που συντάσσουν το Ινστιτούτο Brookings και οι Financial Times, η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και την Ινδία.

Πίσω από τις θετικές ενδείξεις, όμως, οι κίνδυνοι εντείνονται: οι κυβερνήσεις έχουν να διαχειριστούν τον επίμονο πληθωρισμό, τις αυξανόμενες υποχρεώσεις δανεισμού και τις ολοένα δυσκολότερες συνθήκες χρηματοδότησης των δημόσιων δαπανών.

Οι αμερικανικές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη λειτουργούν ως μοχλός ανάπτυξης

Η επέκταση του τεχνολογικού τομέα στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι μεγάλες δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη περιορίζουν εν μέρει τις αρνητικές συνέπειες από την ενεργειακή ακρίβεια. Έτσι, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να συνεισφέρουν σημαντικά στην παγκόσμια ανάπτυξη.

Ο Εσουάρ Πρασάντ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ και ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Brookings, εκτιμά πως η διεθνής οικονομία έχει αντεπεξέλθει σε διαδοχικές κρίσεις και κατευθύνεται προς ένα έτος με ικανοποιητική ανάπτυξη.

Κατά τον ίδιο, η συνεχής συρρίκνωση των περιθωρίων για την άσκηση οικονομικής πολιτικής αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τις κυβερνήσεις. Ο υψηλός πληθωρισμός που επιμένει, μαζί με την υπερβολικά χαλαρή δημοσιονομική πολιτική, κρατούν σε υψηλά επίπεδα τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και ταυτόχρονα περιορίζουν την ιδιωτική ζήτηση.

Οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν κινούνται με τον ίδιο ρυθμό. Στη Γερμανία, η ανάπτυξη υπερβαίνει τις προβλέψεις, καθώς οι μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα.

Η Γαλλία, από την άλλη, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα, καθώς οι ανησυχίες για το κατά πόσο είναι βιώσιμο το δημόσιο χρέος της δυσχεραίνουν τις οικονομικές προοπτικές.

Το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 100 δολάρια, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις

Μετά τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν υπό αμερικανική ηγεσία τον Φεβρουάριο, η αύξηση στις διεθνείς τιμές πετρελαίου εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την παγκόσμια οικονομία.

Το αργό πετρέλαιο πέρασε το όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι τους επόμενους μήνες, οδηγώντας σε νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες.

Η χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων ενέργειας έχει μέχρι τώρα μετριάσει τις επιπτώσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει τις πιέσεις.

Μεγαλύτερη έκθεση στις ανατιμήσεις έχουν οι φτωχότερες χώρες, που βασίζονται στις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το υψηλότερο κόστος ενέργειας επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά και μειώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Οι αυξημένες τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ προκαλούν επιπλέον πολιτική πίεση στους Ρεπουμπλικανούς, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Σε μια προσπάθεια να συγκρατηθούν οι τιμές, ο Ντόναλντ Τραμπ γνωστοποίησε την Παρασκευή ότι συμφώνησε με τον Βλαντίμιρ Πούτιν να διοχετευτεί ρωσικό ντίζελ στη διεθνή αγορά. Η ανακοίνωση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την Ουκρανία.

Το ΔΝΤ δημοσιοποιεί νέες εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη

Την Τρίτη, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναμένεται να δημοσιοποιήσει τις αναθεωρημένες προβλέψεις του για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Στις εκτιμήσεις που είχε δώσει τον Ιούλιο, το Ταμείο προέβλεπε ρυθμό ανάπτυξης τουλάχιστον 3% για το 2026 και το 2027, ενώ το 2025 είχε καταγραφεί ανάπτυξη 3,5%.

Η Ινδία καταγράφει ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις μεταξύ των αναδυόμενων οικονομιών. Για το τρέχον οικονομικό έτος, η κεντρική τράπεζα της χώρας εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 7,1%.

Στην Κίνα, η χαμηλή εγχώρια κατανάλωση εξακολουθεί να συνιστά πρόβλημα, αφήνοντας την οικονομική δραστηριότητα σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την εξωτερική ζήτηση.

Έντονη ανησυχία στις αγορές ομολόγων – Το κόστος δανεισμού φτάνει σε υψηλά επίπεδα δεκαετιών

Η ανθεκτικότητα της οικονομίας δεν έχει κατευνάσει τις ανησυχίες στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αντίθετα, οι επενδυτές προβληματίζονται όλο και περισσότερο για το αν οι μεγάλες οικονομίες μπορούν να εξυπηρετήσουν το δημόσιο χρέος τους.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και αρκετά κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη Γαλλία να αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση.

Οι εκτεταμένες πωλήσεις κρατικών ομολόγων που σημειώνονται φέτος έχουν προκαλέσει απότομη άνοδο στις αποδόσεις τους και, κατ’ επέκταση, στο κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων.

Τον Σεπτέμβριο η εικόνα έγινε δυσμενέστερη, καθώς οι ρευστοποιήσεις εντάθηκαν και πυροδότησαν έναν φαύλο κύκλο πωλήσεων, με τις αποδόσεις να ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο.

Την προηγούμενη εβδομάδα, η απόδοση του αμερικανικού κρατικού ομολόγου με διάρκεια δέκα ετών σημείωσε την υψηλότερη τιμή από το 2002. Αντίστοιχα υψηλό επίπεδο κατέγραψε και η Γαλλία.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το κόστος δανεισμού του κράτους άγγιξε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2007. Στην Ιαπωνία, οι αποδόσεις των ομολόγων βρίσκονται κοντά στα υψηλότερα σημεία του 21ου αιώνα.

Η μεταβολή αυτή αποδίδεται στην αναθεώρηση της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών: λόγω του πληθωρισμού και της ανθεκτικής οικονομικής δραστηριότητας, εγκατέλειψαν τα σχέδια για μείωση επιτοκίων και προχώρησαν σε νέες αυξήσεις.

Οι κυβερνήσεις έχουν λιγότερα περιθώρια για παρεμβάσεις

Η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους γίνεται ακριβότερη, επιβαρύνοντας επιπλέον τους κρατικούς προϋπολογισμούς και αφήνοντας λιγότερα διαθέσιμα κονδύλια για άλλες δαπάνες.

Το θέμα αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο των συνομιλιών μεταξύ υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών στις ετήσιες συνεδριάσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που θα πραγματοποιηθούν στην Μπανγκόκ.

Επίσης, οι συζητήσεις θα εστιάσουν στους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται τόσο με την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης όσο και με τις τεράστιες επενδύσεις στον κλάδο.

Ο Εσουάρ Πρασάντ εκτιμά ότι η αντιμετώπιση των οικονομικών προκλήσεων που έρχονται θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι κυβερνήσεις θα εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Κατά τον ίδιο, μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας, προϊόντων και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι δυνατό να ενισχύσουν την παραγωγικότητα. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να στηρίξουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και να καταστήσουν αποτελεσματικότερη τη διαχείριση του δημόσιου χρέους.

Όπως σημειώνει στην ανάλυσή του, η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική οδό προς τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα. Αυτό ισχύει σε μια περίοδο που τα παραδοσιακά εργαλεία οικονομικής πολιτικής αφήνουν όλο και μικρότερο περιθώριο ελιγμών.