Την Τρίτη 3 Νοεμβρίου συνεχίζεται η δίκη για το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, με τις μαρτυρίες επιβατών που επέζησαν από τη μοιραία νύχτα στην αμαξοστοιχία.

Στο δικαστήριο από την πλευρά των κατηγορουμένων βρίσκονται ο Παύλος Κουζής και ο Σπυρίδων Πατέρας. Την ίδια ώρα, μάρτυρες είναι οι Ευάγγελος Τσαλός, Ηλιάνα – Ειρήνη Μανίκα, Ανυσία Λιούρι, Βασίλειος Βραχνής, Παρασκευή Τσαλού και Ντίνα Μαγδαλιανίδη.

«Πέρασα μέσα από τζαμαρία ή λαμαρίνα – Έσπασε όλο το σώμα μου»

Την πρώτη κατάθεση της ημέρας έδωσε η Ανυσία Λιούρι: «Επιβιβάστηκα στον σταθμό Λαρίσης. Μετά τη Λάρισα δεν θυμάμαι να σταματάει το τρένο. Καθόμουνα στο κυλικείο. Στη δεξιά μεριά. Ήμουνα μόνη. Θυμάμαι τους δύο εργαζόμενους στο κυλικείο. Θυμάμαι έναν άντρα που καθόταν μπροστά στο κυλικείο. Θυμάμαι δύο κορίτσια με μαύρα. Θυμάμαι την Κλαούντια με το αγόρι της», ανέφερε η μάρτυρας, προσδιορίζοντας με τη βοήθεια φωτογραφίας ποιοι βρίσκονταν και πού κάθονταν στο κυλικείο.

Στη συνέχεια, όπως μεταδίδει το onlarissa.gr, είπε: «Είχα γυρίσει στο παράθυρο και κοιτούσα στο σκοτάδι. Φορούσα ακουστικά. Είδα μια λάμψη να πλησιάζει κατά πάνω μου, ήταν αντικατοπτρισμός. Έκλεισα τα μάτια μου ένιωσα μια δυνατή ώθηση προς τα κάτω. Εκείνη τη στιγμή αναποδογύρισε το βαγόνι και πέρασα μέσα από σπασμένο τζάμι ή λαμαρίνα που άνοιξε και βρέθηκα εκτός. Έσπασε όλο το σώμα μου.

Έπαθα εγκαύματα. Είχα χημικά εγκαύματα. Είχα κρανίοεγκεφαλικές κακώσεις. Είδα πως υπήρχε φλόγα. Η φωτιά ήταν πάνω από το κεφάλι μου. Είχαν γεμίσει μαυρίλα τα χέρια μου. Θυμάμαι πως ένας άντρας με τράβηξε από εκεί, αλλιώς θα είχα πεθάνει. Κάποιοι άλλοι μετά από ένα δεκάλεπτο μου έδωσαν τις πρώτες βοήθειες μέχρι να έρθει ασθενοφόρο. Αισθανόμουν την θερμότητα. Αμέσως έπιασε φωτιά το βαγόνι. Είδα την λάμψη να έρχεται κατά πάνω μου. Ένιωσα το μπουμ, δεν κατάλαβα ήχο. Δεν θυμάμαι συγκεκριμένα πρόσωπα»

Στις ερωτήσεις των δικηγόρων απάντησε: «Τα εγκαύματα, που είχα στα πόδια, τα ένιωθα ενώ βρισκόμουν στον αέρα. Σχεδόν 45 λεπτά μετά ήρθε το ασθενοφόρο».

«Ήταν μια μυρωδιά, που δεν έμοιαζε με τίποτα»

Ο Ευάγγελος Τσαλός, ο οποίος ταξίδευε επίσης με το τρένο, κατέθεσε: «Πριν την Λάρισα είχε γίνει μια μεγάλη στάση. Μετά τη Λάρισα δεν θυμάμαι κάποια μεγάλη στάση. Αλλά θυμάμαι τη στιγμή της σύγκρουσης. Ήμουνα στο βαγόνι 4. Ένιωσα ένα μεγάλο τράνταγμα και πετάγομαι μπρος πίσω. Έπεφταν πράγματα γύρω μου. Πολλά γυαλιά. Ήταν πάρα πολύ έντονο. Δεν ένιωσα φρενάρισμα. Φοβόμουν πως έχω πεθάνει. Αριστερά μου είδα μια λάμψη, μια έντονη φωτιά. Φώναξα το όνομα της αδελφής μου και της φίλης μου που συνταξιδεύαμε, αν είναι καλά. Έπεφταν πράγματα στο διάδρομο. Έψαχνα στην έξοδο αντίθετα από τη φωτιά. Συνέχισα στον διάδρομο πήρα ένα σφυρί έσπασα το παράθυρο καθαρίσαμε τα θραύσματα με μια βαλίτσα και από εκεί πηδήξαμε περίπου 10 άτομα. Ήταν 2 μέτρα το ύψος. Άκουγα φωνές για βοήθεια. Κατάλαβα τι συνέβη. Κατευθυνθήκαμε προς τα χωράφια. Καλέσαμε για βοήθεια. Πήραμε τηλέφωνο την πυροσβεστική. Καλέσαμε επανειλημμένα και από άλλα κινητά. Μείναμε για δύο ώρες εκεί.

Δεν ακούστηκε έκρηξη μετά τη σύγκρουση, αλλά βλέπαμε φωτιά. Κατά τη σύγκρουση, άκουσα μέταλλα να σέρνονται, δεν μπορώ να πω ότι άκουσα έκρηξη. Η φωτιά ήταν δίπλα μας. Είχα αίματα στο χέρι. Ένα άλλο παιδί είχε πρόβλημα με τον ώμο. Στο στόμα, τα μάτια και την μύτη είχαμε θραύσματα. Είχαμε και ένα βαριά τραυματίας. Προσπαθήσαμε να του μιλάμε για να είναι σε επαφή. Τον αφήσαμε στους αστυνομικούς όταν φύγαμε»

«Υπήρχε οσμή. Καιγόμουν στα ρουθούνια μου. Όταν μας έφεραν τα πράγματα μέσα από το βαγόνι, ήταν μια μυρωδιά που δεν έμοιαζε με τίποτα», είπε κλείνοντας την κατάθεσή του.

«Ήμουν κάτω από μια λίμνη αίματος, είχα κομμένο πόδι – Στο κυλικείο είχε μυρωδιά υγραερίου»

Η Ντίνα Μαγδαλιανίδη, πολυτραυματίας και επιβάτιδα του δεύτερου βαγονιού, έδωσε μια ιδιαίτερα σπαρακτική κατάθεση:

«Εκείνη την ημέρα είχα κάνει κράτηση αλλά δεν έγινε και κατέληξα στο 7.20. Ανέβηκα στην ώρα μου. Έκατσε ένα κοριτσάκι δίπλα μου στο παράθυρο», ανέφερε συγκινημένη και με τρεμάμενη φωνή, πριν συνεχίσει:

«Στη Λάρισα ήρθε στο βαγόνι η κυρία Χλωρού. Έκατσε στο παράθυρο. Έστειλα μήνυμα στην μητέρα μου πως θα καθυστερήσει το τρένο. Θυμάμαι να μας λένε για καθυστέρηση αλλά όχι για στάση μετά την Λάρισα. Δεν περνάνε αλλά 10 λεπτά μετά, με έπαιρνε λίγο ο ύπνος. Δεν έκατσα στο κυλικείο γιατί είχε μια μυρωδιά υγραερίου και έφυγα. Πήγα στη θέση μου. Στις 11.20 έγινε τρακάρισμα. Χτύπησα το κεφάλι μπροστά στην βαλίτσα και πίσω. Το πόδι μου κόλλησε στην βαλίτσα. Έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν ξύπνησα κατάλαβα πως κάτι έχω δεν μπορούσα να κινηθώ. Δεν μπορούσα να σταθώ. Θυμάμαι να φωνάζω πονάω και να λέω σε τρία άτομα το ονοματεπώνυμό μου. Είχα κομμένο πόδι. Είχε κοπεί. Ήμουν κάτω από μια λίμνη αίματος, κάποιοι μου έδεσαν το πόδι μου με λουρί τσάντας, για να σταματήσει η αιμορραγία. Με πήγαν στο νοσοκομείο. Μετά το χειρουργείο δεν ξύπνησα. Κάποια στιγμή ξύπνησα ουρλιάζοντας στον πόνο. Όταν η αδελφή μου μου είπε όλα καλά, της είπα θυμάμαι ένα τρένο να καίγεται».

«Τη στιγμή της σύγκρουσης άκουσα ένα πολύ δυνατό ήχο. Άκουσα φωνές ενώ ήμουν μέσα στο βαγόνι από πίσω μου. Φωνάζανε βοήθεια. Θυμάμαι πως είχε καπνό. Η φωτιά ήταν στα δεξιά. Θυμάμαι μια μυρωδιά περίεργη. Όταν ήμουνα κάτω από το κουπέ και έξω από τρένο άκουγα φωνές», ανέφερε επίσης.

Πανικός και καπνοί στο βαγόνι μετά τη σύγκρουση

Ο επιβάτης του έκτου βαγονιού Βασίλειος Βραχνής περιέγραψε στην κατάθεσή του: «Είχαμε κάνει μια στάση 45 λεπτά. Στο Παλαιοφάρσαλο ήμασταν. Σταματήσαμε και στην Λάρισα. Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά έγινε η σύγκρουση. Δεν θυμάμαι αν από την Λάρισα και μετά έκανε στάση το τρένο. Ήμουνα με κλειστά τα μάτια μου. Καθόμουν αντίθετα με τη φορά του τρένου πετάχτηκα προς τα μπρος. Αναβόσβησαν τα φώτα. Πετάγονταν οι βαλίτσες από πάνω. Για κάποια δευτερόλεπτα κοίταξα έξω και αντιλήφθηκα πως θα πάρει κλήση το δικό μας βαγόνι και θα πεθάνουμε. Ευτυχώς σταμάτησε. Επικράτησε πανικός έμπαιναν καπνοί στο βαγόνι. Ήταν ανοιχτή η πόρτα και βγήκαμε λίγο πριν από το τούνελ πάνω στην γραμμή. Είχε απόλυτο σκοτάδι. Βοηθήσαμε κάποιους να κατέβουν και εκεί κατάλαβα τι έχει συμβεί. Είδα τις φωτιές μπροστά μου, άκουσα κάποιους να φωνάζουν βοήθεια. Έβλεπα φωτιές στα μπροστά βαγόνια.

Αφού βεβαιώθηκε πως κατέβηκαν όλοι από το βαγόνι, κινηθήκαμε προς το τούνελ , ανάψαμε στα κινητά μας τους φακούς για να δούμε. Ήμασταν σε ένα λοφάκι και βοηθήσαμε κάποιους να ανέβουν. Φτάσαμε στον παράδρομο. Περπατήσαμε και πήγαμε προς τα μπροστά βαγόνια. Ακόμη έκαιγε η φωτιά ήταν 23.51. Ακόμη δεν είχε έρθει κανένας».

Σκηνές σαν σε πόλεμο και μια παράξενη μυρωδιά

Στη συνέχεια κατέθεσε η επιβάτιδα του βαγονιού 4, στη θέση 63, Ηλιάνα – Ειρήνη Μανίκα: «Πήραμε το τρένο είχε καθυστέρηση στα Παλαιοφάρσαλα. Ξεκινήσαμε και μέχρι την σύγκρουση με είχε πάρει ο ύπνος. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν σταμάτησε ή επιβράδυνε. Κοιμόμουνα και φορούσα ακουστικά. Ξύπνησα από το απότομο φρενάρισμα και ξεκίνησε η μεγάλη σύγκρουση που κράτησε πολλά δευτερόλεπτα. Έπεφταν πάνω μας τα πράγματα Όλη η άλλη πλευρά είχε διαλυθεί. Έρχονταν γυαλιά και βαλίτσες πάνω μας. Φοβόμασταν ότι θα πεθάνουμε. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα ένα πολύτραυματια. Θύμιζε συνθήκες πολέμου. Σπάσαμε το τζάμι με ένα σφυρί. Ήρθε μια περίεργη μυρωδιά. Πετάξαμε τις βαλίτσες και βγήκαμε από τον παράθυρο. Θυμάμαι τον Βαγγέλη να λέει θα πηδήξω πρώτος. Απομακρύνθηκε στο χωράφι. Η φωτιά ήταν τεράστια. Δεν έσβηνε, φοβόμουν πως θα καούμε. Ένας ήταν βαριά τραυματισμένος ήταν στο έδαφος. Πήραμε τηλέφωνο για βοήθεια. Μου έφεραν κουβέρτα οι διασώστες.

Κατά την σύγκρουση άκουσα κάτι εκκωφαντικό, έναν δυνατό ήχο. Θυμάμαι την κλήση του βαγονιού. Από την μια πλευρά το βαγόνι είχε διαλυθεί είχε συγκρουστεί με την εμπορική. Είδα φωτιά από αριστερά. Επικρατούσε χάος.

Μετά από δύο ώρες θυμάμαι τη φωτιά να καίει. Ήμουν σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, ένας διασώστης με βοήθησε να φτάσουμε στο σημείο όπου μας έδωσαν τις πρώτες βοήθειες».