Οι κεντρικοί αυτοτελείς πόροι των δήμων είναι χρήματα που στηρίζουν την καθημερινή λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά δεν μοιράζονται απλώς μετρώντας κατοίκους. Στην κατανομή συνεκτιμώνται η νησιωτικότητα, το δίκτυο αγροτικής οδοποιίας και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε δήμου.
Η διαφορά έχει πρακτική σημασία: ένας μικρός νησιωτικός δήμος μπορεί να χρειάζεται υπηρεσίες και υποδομές που ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων του δεν περιγράφει πλήρως. Άλλο, όμως, η αναγνώριση αυτών των αναγκών και άλλο η ύπαρξη δημοσιευμένου συντελεστή για καθεμία από αυτές.
Κεντρικοί αυτοτελείς πόροι των δήμων: Από πού έρχονται τα χρήματα;
Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι (ΚΑΠ) είναι θεσμοθετημένοι πόροι που αποδίδονται στους δήμους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η κατανομή τους γίνεται με αποφάσεις του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εσωτερικών.
Το ισχύον άρθρο 434 του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης συνδέει τους πόρους αυτούς με ποσοστά των καθαρών εσόδων τριών φόρων: 19,5% από τον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, 12% από τον ΦΠΑ και 11,3% από τον ΕΝΦΙΑ. Τα ποσοστά αφορούν την προέλευση των ΚΑΠ, όχι το μερίδιο που παίρνει κάθε δήμος.
Ο νόμος προβλέπει ισόποσες μηνιαίες καταβολές βάσει των εκτιμώμενων εσόδων του προϋπολογισμού και τελική εκκαθάριση με βάση τα απολογιστικά έσοδα του αντίστοιχου έτους. Έως το ένα τρίτο των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος μπορεί να διατίθεται για επενδυτικές δαπάνες, ενώ τα υπόλοιπα έσοδα της συγκεκριμένης διάταξης προορίζονται για λειτουργικές, γενικές και άλλες υποχρεώσεις.
Γιατί δεν αρκεί ο αριθμός των κατοίκων;
Ο πληθυσμός παραμένει βασικό στοιχείο της κατανομής, καθώς συνδέεται με τον αριθμό των κατοίκων που εξυπηρετεί ο δήμος. Δεν αποτυπώνει, όμως, μόνος του όλες τις συνθήκες μέσα στις οποίες παρέχονται οι υπηρεσίες.
Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας αναφέρει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2024 εφαρμόζεται νέος τρόπος κατανομής, ο οποίος περιλαμβάνει τον πληθυσμό, τη νησιωτικότητα, το δίκτυο αγροτικής οδοποιίας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε δήμου. Κατά την αρχική εφαρμογή του ευνοήθηκαν μικρότεροι, ορεινοί και νησιωτικοί δήμοι, ενώ κανένας δήμος δεν έπρεπε να λάβει λιγότερα από όσα λάμβανε το 2023.
Η ευρύτερη βάση που περιγράφει το Υπουργείο Εσωτερικών περιλαμβάνει δημογραφικά, γεωμορφολογικά, διοικητικά, οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η διοικητική υποστήριξη που μπορεί να παρέχει ένας δήμος σε άλλους, ενώ ιδιαίτερη στάθμιση προβλέπεται για τις πάγιες ανάγκες νησιωτικών και ορεινών δήμων.
Τι διαφορετικό έχει ένας νησιωτικός ή ορεινός δήμος;
Η νησιωτικότητα μπορεί να δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες και κόστη. Μελέτη της ΚΕΔΕ περιγράφει επιβαρύνσεις που μπορεί να αντιμετωπίζουν νησιωτικοί δήμοι, όπως υψηλότερο ενεργειακό κόστος για μετακινήσεις, γεωτρήσεις και αφαλατώσεις, καθώς και ανάγκες που συνδέονται με αγροτικούς δρόμους και μικρά λιμάνια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νησιωτικός δήμος έχει τις ίδιες ανάγκες ή ότι υπάρχει ένα ενιαίο ποσό για καθεμία από αυτές. Δείχνει γιατί η γεωγραφία μπορεί να μετρά στην κατανομή, ακόμη και όταν ο μόνιμος πληθυσμός είναι μικρός.
Ο νόμος του 2018 διακρίνει ως μικρούς νησιωτικούς τους δήμους με έως 3.500 κατοίκους, βάσει του μόνιμου πληθυσμού της τελευταίας απογραφής. Για τους ορεινούς δήμους, μεταξύ άλλων, προβλέπεται η περίπτωση όπου τουλάχιστον το 50% των κοινοτήτων τους είναι χαρακτηρισμένες ως ορεινές στο μητρώο της ΕΛΣΤΑΤ.
Οι κατηγορίες αυτές βοηθούν να κατανοήσουμε τις διαφορές μεταξύ δήμων. Δεν ταυτίζονται, όμως, αυτομάτως με τη φόρμουλα και τα επιμέρους βάρη της κατανομής που εφαρμόζεται από το 2024.
Και η έκταση ή οι επισκέπτες του καλοκαιριού;
Η έκταση και οι εποχικές πληθυσμιακές διακυμάνσεις εμφανίζονται σε μελέτη της ΕΕΤΑΑ για ένα προτεινόμενο σύστημα κατανομής. Στην ίδια μελέτη εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η δημογραφική τάση, το μήκος του δημοτικού και αγροτικού οδικού δικτύου, τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, οι υποδομές και οι κοινωνικές υπηρεσίες.
Η μελέτη καταγράφει προτεινόμενα κριτήρια, αλλά δεν τεκμηριώνει ότι η έκταση και οι εποχικές διακυμάνσεις έχουν αυτοτελή στάθμιση στο σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα.
Η διάκριση είναι σημαντική όταν συγκρίνουμε τον μόνιμο πληθυσμό με τους ανθρώπους που βρίσκονται προσωρινά σε μια περιοχή. Η ΕΛΣΤΑΤ ορίζει ως μόνιμο πληθυσμό όσους διαμένουν μόνιμα σε αυτήν, ανεξάρτητα από ιθαγένεια και καθεστώς διαμονής. Η απογραφή του 2021 καταγράφει αυτόν τον πληθυσμό και σε επίπεδο δήμου.
Μπορούμε να υπολογίσουμε πόσα δικαιούται ένας δήμος;
Τα κριτήρια εξηγούν τη λογική της κατανομής, αλλά οι συνοπτικές περιγραφές τους δεν αρκούν για να αναπαράγουμε με βεβαιότητα το ποσό που αντιστοιχεί σε έναν δήμο. Ούτε μια σύγκριση μόνο με βάση τον πληθυσμό δείχνει πώς έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά.
Η ΙΑ΄ κατανομή του Νοεμβρίου 2026 αποτυπώνει τη διαφορά κλίμακας: το ποσό μηνιαίας τακτικής επιχορήγησης για τον Δήμο Αγκιστρίου ήταν 83.804,34 ευρώ, ενώ για τον Δήμο Αθηναίων 7.757.323,86 ευρώ. Πρόκειται για εγγραφές της συγκεκριμένης μηνιαίας κατανομής, όχι για σύγκριση ανά κάτοικο ή για το συνολικό ετήσιο εισόδημα των δήμων.
Στην ίδια απόφαση εμφανίζονται χωριστά το ποσό της μηνιαίας επιχορήγησης, οι συμψηφισμοί ή παρακρατήσεις και το τελικό αποδοτέο ποσό. Έτσι, το ποσό που τελικά καταβάλλεται μπορεί να διαφέρει από την αρχική μηνιαία εγγραφή. Για συγκεκριμένο ποσό και τη χρήση του, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει την αντίστοιχη απόφαση κατανομής ή να απευθυνθεί στον δήμο και στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών.
Η κατανομή καλείται να συνυπολογίσει και τις πάγιες ανάγκες που δημιουργούν η γεωγραφία και η παροχή υπηρεσιών.


