Τα τελευταία εικοσιτετράωρα ενισχύονται οι πληροφορίες ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δέχεται από συνεργάτες του εισηγήσεις για να επισπεύσει την προσφυγή στις εθνικές κάλπες, αφήνοντας πίσω τον ορίζοντα της άνοιξης του 2027, τον οποίο έχει προσδιορίσει επανειλημμένα.

Ορισμένοι, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι έχει σημειωθεί στο ημερολόγιο ακόμη και συγκεκριμένη ημερομηνία για τη διεξαγωγή των εκλογών, την Κυριακή 22 Νοεμβρίου. Από πλευράς χρόνου, το ενδεχόμενο θεωρείται πραγματοποιήσιμο, καθώς ο πρωθυπουργός θα μπορούσε, εφόσον το αποφάσιζε, να οδηγήσει τη χώρα σε βουλευτικές εκλογές σε περίπου ενάμιση μήνα.

Ο δύσκολος χειμώνας και ο εκλογικός αιφνιδιασμός της αντιπολίτευσης

Στο σενάριο που βρίσκεται υπό συζήτηση, βασικό επιχείρημα υπέρ της προσφυγής στις κάλπες πριν από τον δύσκολο οικονομικά χειμώνα είναι ο περιορισμός της κυβερνητικής φθοράς. Οι πολίτες αναμένεται να βρεθούν αντιμέτωποι με πολύ υψηλές τιμές ενέργειας και νέες ανατιμήσεις στα προϊόντα των σούπερ μάρκετ, γεγονός που θα μπορούσε να επιβαρύνει την κυβέρνηση μέχρι την άνοιξη, μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, του κόστους θέρμανσης και των αυξήσεων στα βασικά αγαθά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αναφερθεί στη συνέντευξή του στο Bloomberg, στις 25 Σεπτεμβρίου, στην ανάγκη για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή δημοσιονομική ευελιξία, ώστε να στηριχθούν τα νοικοκυριά, ενώ είχε προειδοποιήσει για δύσκολο χειμώνα. Η συγκεκριμένη ανησυχία ενισχύει τις προτάσεις για επίσπευση των εκλογικών αποφάσεων.

Η πρόωρη εκλογική προσφυγή συνδέεται στον πολιτικό σχεδιασμό και με επιπλέον στόχους. Μεταξύ αυτών είναι η συσπείρωση των ψηφοφόρων γύρω από το αίτημα της σταθερότητας, αλλά και η αποτροπή μιας μακράς προεκλογικής περιόδου, κατά την οποία θα μπορούσαν να προκύψουν απρόβλεπτες εξελίξεις, από μια άστοχη δήλωση μέχρι ένα έκτακτο γεγονός. Ταυτόχρονα, ένας αιφνιδιασμός θα άφηνε στην αντιπολίτευση λιγότερο χρόνο για να καταρτίσει ψηφοδέλτια, να παρουσιάσει κυβερνητικές προτάσεις και να αναζητήσει συνεργασίες, ενώ θα περιόριζε την οργανωτική δυνατότητα νέων πολιτικών σχηματισμών να προετοιμαστούν. Αυτά αποτελούν τα πιθανά οφέλη της επιλογής, τα οποία θα έπρεπε να συγκριθούν με το πολιτικό κόστος από την ανατροπή της δημόσιας δέσμευσης για εκλογές την άνοιξη, ώστε ο κ. Μητσοτάκης να μην εμφανιστεί αναξιόπιστος.

Η συνταγματική διαδρομή για κάλπες στις 22 Νοεμβρίου

Η πρόωρη διάλυση της Βουλής προβλέπεται από το Σύνταγμα, αλλά μόνο όταν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Με βάση το άρθρο 41 παράγραφος 2, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή ύστερα από πρόταση κυβέρνησης που έχει εξασφαλίσει ψήφο εμπιστοσύνης, «για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας». Κατά συνέπεια, για να ενεργοποιηθεί η διαδικασία πρέπει να διατυπωθεί η ανάλογη συνταγματική αιτιολόγηση. Επιπλέον, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι το διάταγμα διάλυσης, το οποίο προσυπογράφει το Υπουργικό Συμβούλιο, πρέπει να αναφέρει «την προκήρυξη εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες».

Το ακριβές χρονικό σημείο της ψηφοφορίας προκύπτει από την εκλογική νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 31 παράγραφος 2 του Προεδρικού Διατάγματος 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Νόμου. 4648/2019, αναφέρει: «Η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών ορίζεται την τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση των τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1». Επομένως, ώστε η κάλπη να στηθεί στις 22 Νοεμβρίου, το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί από τις 24 έως και τις 30 Οκτωβρίου. Στην πρώτη ημερομηνία θα μεσολαβούν 29 ημέρες, ενώ στη δεύτερη 23. Αν η Βουλή διαλυόταν σήμερα, η εκλογική διαδικασία θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός των επόμενων 30 ημερών, άρα πριν από τις 22 Νοεμβρίου.

Η διαδικασία για τη σύγκληση του νέου Κοινοβουλίου καθορίζεται συμπληρωματικά από τον Κανονισμό της Βουλής. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1, η ημερομηνία της πρώτης συνεδρίασης «καθορίζεται από το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Βουλής ή λήξης της βουλευτικής περιόδου σύμφωνα με το Σύνταγμα». Το διάταγμα αυτό καθορίζει, συνεπώς, και την ημέρα συνεδρίασης της νέας Βουλής, η οποία οφείλει, βάσει του άρθρου 41 παράγραφος 3 του Συντάγματος, να συγκληθεί εντός 30 ημερών από τη διεξαγωγή των εκλογών. Το Σύνταγμα και η εκλογική νομοθεσία είναι εκείνα που ορίζουν τις προθεσμίες της ψηφοφορίας.

Οι λόγοι που διατηρούν πρώτο το σενάριο της άνοιξης του 2027

Οι εκλογές θα μπορούσαν θεσμικά να διεξαχθούν τον Νοέμβριο, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός σκοπεύει να αξιοποιήσει τη συγκεκριμένη δυνατότητα. Όταν στη συνέντευξη Τύπου της 90ής ΔΕΘ, στις 7 Σεπτεμβρίου, ρωτήθηκε αν θα προσέφευγε πρόωρα στις κάλπες σε περίπτωση που προέκυπτε πολιτική ευκαιρία, ήταν απόλυτος: «Οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027» είχε δηλώσει ξεκάθαρα. Την επιλογή αυτή την είχε συσχετίσει, άλλωστε, τόσο με τη θεσμική συνέπεια όσο και με την ολοκλήρωση του κυβερνητικού έργου. Εάν άλλαζε στάση μόλις λίγες εβδομάδες μετά, θα προκαλούνταν αναπόφευκτα συζήτηση γύρω από την αξιοπιστία της δέσμευσής του.

Την επιλογή της άνοιξης στηρίζει και ένας ακόμη σαφής θεσμικός παράγοντας: από την 1η Ιουλίου 2027, η Ελλάδα θα ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως έχει επισημάνει ο κ. Μητσοτάκης, για να ανταποκριθεί η χώρα στη συγκεκριμένη ευθύνη χρειάζεται να διαθέτει εγκαίρως σταθερή κυβέρνηση. Εάν η πρώτη εκλογική αναμέτρηση διεξαχθεί τον Απρίλιο ή τον Μάιο, θα υπάρχει μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο για τις διερευνητικές εντολές και, αν καταστεί αναγκαίο, για δεύτερη προσφυγή στις κάλπες προτού αναληφθεί η ευρωπαϊκή προεδρία. Ταυτόχρονα, η παράταση του πολιτικού χρόνου δίνει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να παρουσιάσει πιο ολοκληρωμένο απολογισμό, επιδιώκοντας παράλληλα οι παρεμβάσεις στα εισοδήματα και στη φορολογία να έχουν αποτυπωθεί στην καθημερινότητα των πολιτών.

Εκλογές μετά την τετραετία και το σενάριο Αυγούστου

Πρέπει ακόμη να συνυπολογιστεί ότι, βάσει του ισχύοντος Συντάγματος, οι εκλογές μπορούν να πραγματοποιηθούν ακόμη και μερικές εβδομάδες μετά τη συμπλήρωση της τετραετούς περιόδου. Ειδικότερα, η παράγραφος 1 του άρθρου 53 αναφέρει: «Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών». Ακολούθως ορίζεται πως, όταν ολοκληρωθεί η βουλευτική περίοδος, εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με το οποίο «διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες».

Καθώς η παρούσα Βουλή αναδείχθηκε από την εκλογική διαδικασία της 25ης Ιουνίου 2023, η συνταγματική τετραετία ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 2027. Συνεπώς, με την αξιοποίηση του επιπλέον διαστήματος των τριάντα ημερών και την εφαρμογή του κανόνα που αφορά την τελευταία Κυριακή, η ψηφοφορία μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά ακόμη και στα μέσα Ιουλίου.

Ως αφετηρία για τον υπολογισμό λαμβάνεται η ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών. Ούτε η ορκωμοσία των βουλευτών, που έγινε στις 3 Ιουλίου 2023, ούτε η κατοπινή έναρξη της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας μεταθέτουν την έναρξη της τετραετίας που προβλέπει το Σύνταγμα. Κατά συνέπεια, η πρώτη αναμέτρηση μετά την πλήρη εξάντλησή της μπορεί να τοποθετηθεί εντός Ιουλίου. Αν, ωστόσο, δεν σχηματιστεί αυτοδύναμη κυβέρνηση, θα απαιτηθεί νέα προσφυγή στις κάλπες μέσα στον Αύγουστο. Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, θα επηρεάζονταν ευθέως τα αποκαλούμενα… «μπάνια του λαού», όπως συνήθιζε να λέει και ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου.