Για την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου, καθώς και τα ζητήματα της οικονομίας και της ακρίβειας, μίλησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης το πρωί της Τετάρτης 7/10 στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN.

«Από μόνη της η επίσκεψη έχει τεράστιο συμβολισμό, αλλά και πολύ μεγάλη αξία», ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σχετικά με την παρουσία του Μάρκο Ρούμπιο, σημειώνοντας παράλληλα πως αυτή πραγματοποιείται σε ιδιαίτερα κρίσιμη διεθνή συγκυρία.

Η επίσκεψη, όπως εξήγησε, αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη της αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών, την αναβάθμιση των F-16, την προώθηση των F-35, αλλά και τη διοχέτευση αμερικανικού LNG μέσω της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Επιπλέον, ο Παύλος Μαρινάκης αναφέρθηκε στις επενδύσεις των Chevron και ExxonMobil, καθώς και στην έναρξη του 6ου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας-ΗΠΑ.

«Η Ελλάδα είναι ένα κράτος που διαχρονικά κινείται πάντοτε υπό τον απαρέγκλιτο σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου»

Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε πως η Αθήνα παραμένει προσηλωμένη στον διάλογο, χωρίς να κάνει πίσω από τις πάγιες θέσεις της. «Η Ελλάδα είναι ένα κράτος που διαχρονικά κινείται πάντοτε υπό τον απαρέγκλιτο σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου», δήλωσε, συμπληρώνοντας ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την ειρηνική συνύπαρξη, «αλλά δεν υποχωρεί». Όπως είπε, η Ελλάδα δεν προσπαθεί να κρύψει τις διαφορές, αλλά να οικοδομήσει γέφυρες, ενισχύοντας παράλληλα την αποτρεπτική ισχύ και το διπλωματικό της αποτύπωμα.

Ο Παύλος Μαρινάκης έφερε ως παραδείγματα ενίσχυσης της ελληνικής θέσης τις συμφωνίες για ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, την επέκταση στο Ιόνιο, αλλά και τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. «Ενώ επιδιώκουμε τον διάλογο, δεν είμαστε και αφελείς», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι τα συγκεκριμένα ζητήματα τίθενται σε όλες τις ανάλογες διεθνείς συναντήσεις. Παράλληλα, υπογράμμισε πως επιδίωξη της κυβέρνησης είναι «η συνεχή ενδυνάμωση της Ελλάδας».

Για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι δεν απαιτείται άδεια από οποιαδήποτε τρίτη χώρα. «Δεν θα πάρουμε την άδεια κανενός», είπε, χαρακτηρίζοντας το έργο ευρωπαϊκής σημασίας και απαραίτητο για τον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου. Αναφερόμενος επίσης στις τουρκικές αιτιάσεις για τη «Γαλάζια Πατρίδα», υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει θέσει όρια και έχει καταγράψει «σημαντικές εθνικές νίκες».

Αναφορικά με την οικονομία, ο κ. Μαρινάκης υπεραμύνθηκε των κυβερνητικών επιλογών για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα λειτουργεί μέσα σε μια εξαιρετικά δύσκολη διεθνή συγκυρία. Κατά τον ίδιο, τα αυξημένα φορολογικά έσοδα δεν οφείλονται σε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές, αλλά στην ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την ψηφιοποίηση του κράτους, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την πάταξη της φοροδιαφυγής.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε ακόμη στα μόνιμα και έκτακτα μέτρα στήριξης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι παρεμβάσεις για τα ενοίκια, τους συνταξιούχους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, το πετρέλαιο και την ενέργεια. Σχετικά με τη φορολογία, είπε ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται πρώτα στη μείωση των άμεσων φόρων, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη μεσαία τάξη και στα χαμηλότερα εισοδήματα.

Στην κριτική που κάνει λόγο για «ελεημοσύνη», ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν είναι ελεημοσύνη». Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η ακρίβεια παραμένει ένα σημαντικό πρόβλημα. «Δεν πανηγυρίζουμε», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι πολίτες δεν αναζητούν «ούτε μαγικές συνταγές ούτε παρωχημένα συνθήματα», αλλά «λύσεις».

Όπως ανέφερε ακόμη, η κυβέρνηση πρώτα εξασφαλίζει τους δημοσιονομικούς πόρους και στη συνέχεια προχωρά στις αντίστοιχες παρεμβάσεις.

Σχολιάζοντας, τέλος, τις δηλώσεις του Αντώνη Σαμαρά και την επιλογή του να μην παραστεί στην εκδήλωση για τη 52η επέτειο της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Μαρινάκης απέφυγε να οξύνει την αντιπαράθεση, δηλώνοντας ότι δεν θα μιλήσει εκ μέρους άλλων πολιτικών. Για την υπόθεση των Τεμπών και τη συζήτηση σχετικά με το «μπάζωμα», εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη θεωρία έχει καταρρεύσει και μίλησε για «απόπειρα εργαλειοποίησης του ανθρώπινου πόνου». Ολοκληρώνοντας, παραδέχθηκε ότι η περίοδος είναι δύσκολη, υπογραμμίζοντας όμως πως «η Ελλάδα δυναμώνει».