Το άρθρο αναδεικνύει το σύνθετο δίλημμα της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία: ενώ η Άγκυρα παραμένει επίσημα υποψήφια προς ένταξη, η δημοκρατική της οπισθοδρόμηση έχει παγώσει την ενταξιακή πορεία, την ώρα που η Ευρώπη εξακολουθεί να τη χρειάζεται για την ασφάλεια, τη μετανάστευση, την ενέργεια και την άμυνα. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η ΕΕ στερείται μακροπρόθεσμης στρατηγικής για τις σχέσεις με την Τουρκία, με το Κυπριακό να παραμένει κρίσιμο πεδίο ευρωπαϊκής εμπλοκής και την ελληνική προεδρία του 2027 να αναμένεται να παίξει σημαντικό ρόλο στις ευρωτουρκικές εξελίξεις.

Πιο αναλυτικά

Τα μηνύματα που έστειλε ο πρωθυπουργός κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα δεν αφορούσαν μόνο την Τουρκία αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διότι η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις Άγκυρας-Βρυξελλών είναι σύνθετες. Παρότι οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρονται ολοένα και περισσότερο στην Τουρκία ως «εταίρο», παραμένει επίσημα υποψήφια προς ένταξη χώρα, η οποία συνδέεται θεμελιωδώς με την Ευρώπη μέσω της τελωνειακής της ένωσης, της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, της σύνδεσής της σε διμερές επίπεδο με χώρες όπως τη Γερμανία και την Ισπανία σε στρατιωτική ατζέντα.

Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν απειλεί κανένα κράτος και δεν δέχεται από κανέναν υποδείξεις για το πώς θα διαμορφώσει την άμυνά της, στο έδαφός της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήθελε να υπενθυμίσει ότι οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν παγώσει λόγω της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης στη χώρα, καθώς και των ανησυχιών σχετικά με το κράτος δικαίου και τις ελευθερίες. Αυτό δημιουργεί ένα δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση: πώς να εμβαθύνει τη συνεργασία με την Τουρκία σε κρίσιμους στρατηγικούς τομείς, ενώ οι προοπτικές ένταξής της παραμένουν στάσιμες.

Για πολλούς ευρωπαίους εταίρους, η Τουρκία είναι υπερβολικά σημαντική για την περιφερειακή ασφάλεια, τη διαχείριση της μετανάστευσης και τους ενεργειακούς διαδρόμους ώστε να μπορέσουν να την αγνοήσουν. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει μια μακροπρόθεσμη πολιτική για τις σχέσεις της με την Άγκυρα. Παρότι συχνά στρέφεται προς την Τουρκία σε περιόδους κρίσης, ο συναλλακτικός χαρακτήρας της σχέσης καθιστά δυσκολότερη την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου.

Η μεταναστευτική κρίση του 2015 δημιούργησε σημαντικές πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συνέπειες των οποίων εξακολουθούν να είναι ορατές μέχρι σήμερα, μέσω της ανόδου πολλών ακροδεξιών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Παράλληλα, λειτούργησε ως προειδοποιητικό καμπανάκι ότι, ανεξάρτητα από τη διαδικασία ένταξης, η Τουρκία παραμένει για κάποιους απαραίτητη.

Η συναλλακτική προσέγγιση έχει επίσης επεκταθεί στην ενεργειακή ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, το εμπόριο και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Σήμερα, εν μέσω της ρωσικής απειλής και των ολοένα πιο αβέβαιων διατλαντικών σχέσεων, η Τουρκία θεωρείται και πάλι χώρα-κλειδί στους ιδιαίτερα στρατηγικούς τομείς της άμυνας και της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας. Γι’ αυτό και με άνεση ο Ερντογάν συνομιλεί με τον Βλαντιμίρ Πούτιν χωρίς να δέχεται κριτική ούτε από το ΝΑΤΟ.

Αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο αναδεικνύει ένα βασικό πρόβλημα: η Τουρκία καλείται επανειλημμένα να διαχειριστεί τις σημαντικότερες κρίσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Ωστόσο, το πλαίσιο που διέπει τη συνεργασία Τουρκίας-Δύσης εξακολουθεί να βασίζεται στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση κρίσεων και όχι στον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό. Ο Αντόνιο Κόστα σήμερα θα βρίσκεται στη Λευκωσία όπου ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα τον ενημερώσει για τις τελευταίες εξελίξεις, τις προσπάθειες επανέναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, την πρόσφατη επίσκεψη του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και την ενισχυμένη ευρωπαϊκή εμπλοκή, περιλαμβανομένου του ρόλου ως ειδικού απεσταλμένου της ΕΕ για Κυπριακό που έχει αναλάβει ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ραφαέλε Φίτο.

Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, η διαδικασία διεξάγεται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, και η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά και καταλυτικά, αξιοποιώντας το πολιτικό της βάρος, τα μέσα και τα κίνητρα που διαθέτει.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, σημαντικό ρόλο στις ευρωτουρκικές σχέσεις αναμένεται να διαδραματίσει η ελληνική προεδρία το δεύτερο εξάμηνο του 2027.