Η Αφροδίτη Λατινοπούλου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις με δηλώσεις της για την Κυψέλη, την οποία χαρακτήρισε «γκέτο» και είπε πως «κοντεύει να γίνει Ισλαμαμπάντ», ζητώντας αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, συλλήψεις και απελάσεις όσων περνούν τα σύνορα παράνομα. Με αφορμή την υπόθεση του νεκρού βρέφους στην περιοχή, άσκησε επίσης κριτική στο κράτος και τις κοινωνικές υπηρεσίες, ανοίγοντας ξανά τη συζήτηση για το μεταναστευτικό, την ασφάλεια στις γειτονιές και τα όρια της πολιτικής ρητορικής.
Πιο αναλυτικά
Νέες αντιδράσεις προκαλούν οι δηλώσεις της προέδρου της «Φωνής Λογικής», Αφροδίτης Λατινοπούλου, σχετικά με την κατάσταση στην Κυψέλη και το μεταναστευτικό ζήτημα.
Η ευρωβουλευτής, μιλώντας στην τηλεόραση του Action 24 με αφορμή τη σοκαριστική υπόθεση με το νεκρό βρέφος στην περιοχή, αναφέρθηκε στην εικόνα της Κυψέλης και άλλων αθηναϊκών γειτονιών, υποστηρίζοντας ότι έχουν μετατραπεί σε «γκέτο».
«Η Κυψέλη κοντεύει να γίνει, αν δεν έχει γίνει ήδη, Ισλαμαμπάντ», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι αντίστοιχα προβλήματα υπάρχουν, κατά την άποψή της, και σε περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας.
«Σκούπα» και απελάσεις
Η πρόεδρος της «Φωνής Λογικής» υποστήριξε ότι απαιτείται αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, κάνοντας λόγο για «σκούπα» στις περιοχές που, όπως είπε, έχουν «γκετοποιηθεί».
«Όλοι αυτοί πρέπει να φύγουν», ανέφερε, ενώ πρότεινε τη σύλληψη και κράτηση όσων παραβιάζουν τα σύνορα και στη συνέχεια την πραγματοποίηση απελάσεων.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να ακολουθήσει πιο αυστηρά μοντέλα μεταναστευτικής πολιτικής, αναφέροντας ως παραδείγματα χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία.
Η αναφορά στην υπόθεση της Κυψέλης
Οι δηλώσεις της έγιναν μετά την υπόθεση που συγκλόνισε την κοινή γνώμη, με τις αποκαλύψεις για τον θάνατο βρέφους στην Κυψέλη και τις συνθήκες διαβίωσης παιδιών της οικογένειας.
Η Λατινοπούλου άσκησε κριτική στις κοινωνικές υπηρεσίες και στο κράτος, διερωτώμενη αν υπήρχε επαρκής έλεγχος και παρέμβαση πριν φτάσει η κατάσταση στο τραγικό σημείο.
Οι αναφορές της προκάλεσαν συζητήσεις και αντιδράσεις, καθώς επικριτές της υποστηρίζουν ότι συνδέει μια εγκληματική υπόθεση με συνολικότερες κρίσεις για μεταναστευτικές κοινότητες.
Από την πλευρά της, η ίδια επιμένει ότι θέτει ζήτημα ασφάλειας, ελέγχου των συνόρων και αντιμετώπισης προβλημάτων που, όπως υποστηρίζει, έχουν δημιουργηθεί σε ορισμένες αστικές περιοχές.
Η αντιπαράθεση γύρω από τις δηλώσεις επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το μεταναστευτικό, την ασφάλεια στις γειτονιές και τα όρια της πολιτικής ρητορικής.
