Οι Γερμανοί βιομήχανοι πιέζουν για αύξηση του εβδομαδιαίου ωραρίου από τις 35 στις 40 ώρες χωρίς αντίστοιχη αύξηση στις αποδοχές, υποστηρίζοντας ότι το υψηλό εργατικό κόστος πλήττει την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Την ώρα που η Γερμανία παραμένει από τις ακριβότερες χώρες της ΕΕ ως προς την εργασία, το άρθρο συγκρίνει το γερμανικό μοντέλο με το ελληνικό, όπου οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας είναι ήδη υψηλότερες, και επισημαίνει ότι η πίεση αυτή συνδέεται με τις δυσκολίες των βιομηχανιών να διατηρήσουν κέρδη και ανταγωνιστικότητα.
Πιο αναλυτικά
Οι βιομήχανοι της Γερμανίας προσπαθούν να αντιγράψουν το ελληνικό μοντέλο εργασίας και πιέζουν τους εργάτες να δουλέψουν περισσότερο.
Στον τομέα της μεταποίησης στη Γερμανία, εργάζονται κατά μέσο όρο 35 έως 40 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή το συνηθισμένο μοντέλο είναι 5 ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή), με 7 έως 8 ώρες εργασίας την ημέρα.
Αντιθέτως, στην Ελλάδα, που καταγράφει από τους υψηλότερους μέσους όρους ωρών εργασίας και ποσοστά υπερεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση -σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ- οι μέσες συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 41,7 ώρες την εβδομάδα. Αυτό σημαίνει εργασία κατά μέσο όρο σε 8,34 ώρες την ημέρα σε καθεστώς 5ήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης.
Οι Γερμανοί βιομήχανοι, λοιπόν, (Mercedes-Benz, Stihl κτλ.) ζητούν από τον κόσμο να εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα χωρίς επιπλέον αμοιβή, υποστηρίζοντας ότι το υψηλό κόστος εργασίας (αμοιβή και ασφάλιση) υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της χώρας.
«Το εργατικό κόστος έχει γίνει υπερβολικά υψηλό εδώ, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα», είπε στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt ο Μάρτιν Μπρούδερμυλερ, πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Mercedes-Benz.
Σύμφωνα με τους Financial Times, το κόστος εργασίας στη Γερμανία συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ. Μία ώρα εργασίας στον μεταποιητικό τομέα κοστίζει 49,50 ευρώ, δηλαδή 47% περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 33,70 ευρώ, και τρεις φορές περισσότερο από ό,τι στην Ουγγαρία, όπου κοστίζει 15,60 ευρώ.
Οι εκκλήσεις για επιστροφή σε 40ωρη εργασία εβδομαδιαίως και χωρίς αύξηση απολαβών έρχονται πριν από την έναρξη των νέων μισθολογικών διαπραγματεύσεων των βιομηχανικών συνδικάτων τον Οκτώβριο.
Η εβδομαδιαία εργασία των 35 ωρών εισήχθη σταδιακά σε διάστημα πάνω από μία δεκαετία, μετά από μία διαμάχη το 1984, κατά την οποία δεκάδες χιλιάδες μεταλλουργοί στην πρώην Δυτική Γερμανία πραγματοποίησαν απεργία διάρκειας επτά εβδομάδων για να εξασφαλίσουν τη μείωση των ωρών εργασίας.
Σήμερα, οι 35 ώρες την εβδομάδα αποτελούν το συλλογικά συμφωνημένο πρότυπο για περίπου το ένα πέμπτο των Γερμανών εργαζομένων, οι οποίοι συγκεντρώνονται σε τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η μηχανική, η σιδηρουργία και η χαλυβουργία. Σε όλους τους τομείς, η μέση διάρκεια της εβδομάδας εργασίας ανέρχεται σε 37,8 ώρες. Οι Γερμανοί εργάζονται κατά μέσο όρο λιγότερες ώρες ετησίως από τους εργαζομένους σε σχεδόν οποιαδήποτε άλλη οικονομία του ΟΟΣΑ, αν και η σύγκριση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το υψηλό ποσοστό της μερικής απασχόλησης στη χώρα.
Ο Μάρτιν Βέρντινγκ, μέλος του Γερμανικού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, σχολιάζοντας την πρόταση των Γερμανών βιομηχάνων, είπε ότι οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούσαν κάποτε για να αντισταθμίσουν το υψηλό κόστος εργασίας -όπως η απασχόληση προσωρινών εργαζομένων μέσω γραφείων εύρεσης εργασίας, οι οποίοι μπορούν να απολυθούν σε περιόδους μειωμένης ζήτησης- δεν αρκούν πλέον.
«Οι σημερινές προκλήσεις έχουν γίνει τόσο μεγάλες που αυτή η ευελιξία δεν αρκεί πλέον», είπε. Η αύξηση του ωραρίου από 35 σε 40 ώρες χωρίς επιπλέον αμοιβή θα οδηγούσε σε αύξηση του χρόνου εργασίας κατά 14%, χωρίς να μεταβληθούν τα εβδομαδιαία μισθολογικά κόστη. Η συζήτηση για το ωράριο εργασίας είναι «κάτι πολύ περισσότερο από συμβολική πολιτική», πρόσθεσε ο Βέρντινγκ.
Σημειώνεται ότι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στη Γερμανία είναι η έλλειψη υπερκέρδους. Μεγάλες εταιρείες συνεχίζουν να είναι κερδοφόρες, όμως δεν βγάζουν ακόμη περισσότερα χρήματα. Οι ιδιοκτήτες τους, λοιπόν, σκέφτονται να τις μεταφέρουν σε χώρες που μπορούν να πληρώνουν αισθητά λιγότερο το προσωπικό τους.
Επιπλέον, η αίσθηση ανωτερότητας που κατέβαλε τη γερμανική οικονομία μετά την οικονομική κρίση του 2007-2008 οδήγησε σε έλλειψη καινοτομίας, με αποτέλεσμα ορισμένες εταιρείες να μην είναι πλέον ανταγωνιστικές, καθώς δεν παράγουν προϊόντα που ελκύουν το κοινό ή που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του.
