Η Chevron και η Eni επιστρέφουν δυναμικά στη Βενεζουέλα με επενδύσεις δισεκατομμυρίων, σε μια προσπάθεια να αναζωογονήσουν την πετρελαϊκή παραγωγή της χώρας και να αξιοποιήσουν τα τεράστια αποθέματα της ζώνης του Ορινόκο. Η Chevron σχεδιάζει να αυξήσει την παραγωγή της έως τα 600.000 βαρέλια ημερησίως μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ η Eni προχωρά στην ανάπτυξη του κοιτάσματος Junin 5, με στόχο σημαντική άνοδο της παραγωγής και συνολικότερη επαναφορά της Βενεζουέλας στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.
Πιο αναλυτικά
Νέα δεδομένα στην παγκόσμια αγορά ενέργειας δημιουργεί η ταχεία επιστροφή μεγάλων δυτικών πετρελαϊκών εταιρειών στη Βενεζουέλα, με τη Chevron να ανακοινώνει ένα επενδυτικό πρόγραμμα άνω των 7 δισ. δολαρίων και την ιταλική Eni να αναλαμβάνει την ανάπτυξη ενός από τα σημαντικότερα κοιτάσματα της ζώνης του Ορινόκο.
Η αμερικανική Chevron σχεδιάζει μέσα στην επόμενη πενταετία να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή της στη χώρα, φτάνοντας περίπου τα 600.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, έναντι περίπου 270.000 βαρελιών που παρήγαγε τον Ιούλιο.
Η κίνηση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες επενδυτικές δεσμεύσεις ξένου πετρελαϊκού ομίλου στη Βενεζουέλα εδώ και χρόνια και έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσινγκτον επιχειρεί να αναδιαμορφώσει συνολικά τον ενεργειακό χάρτη της χώρας.
Δύο νέες περιοχές στη ζώνη του Ορινόκο
Η Chevron ανακοίνωσε ότι η κοινοπραξία Petroindependencia, στην οποία ο αμερικανικός όμιλος διαθέτει ποσοστό 49%, αποκτά δύο νέες περιοχές στην πετρελαϊκή ζώνη Carabobo του Ορινόκο.
Η συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί τμήμα της γιγαντιαίας Orinoco Belt, όπου βρίσκονται μερικά από τα μεγαλύτερα αποθέματα βαρέος αργού πετρελαίου στον κόσμο.
Το επενδυτικό πρόγραμμα των περίπου 7 δισ. δολαρίων, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην Petroindependencia.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron Μάικ Ουίρτ διευκρίνισε ότι το ποσό αφορά συνολικά τις τρεις κοινοπραξίες μέσω των οποίων δραστηριοποιείται η εταιρεία στη Βενεζουέλα.
Στόχος είναι η ανάπτυξη νέων γεωτρήσεων, η αξιοποίηση υφιστάμενων εγκαταστάσεων και η σταδιακή αύξηση της παραγωγής.
Σύμφωνα με τη Chevron, το κόστος παραγωγής στις νέες επενδύσεις μπορεί να παραμείνει κάτω από τα 20 δολάρια ανά βαρέλι, στοιχείο που καθιστά τα κοιτάσματα ιδιαίτερα ελκυστικά εφόσον διατηρηθεί ένα σταθερό πολιτικό και νομικό περιβάλλον.
Από 240.000 σε 600.000 βαρέλια
Η αύξηση που σχεδιάζει η Chevron είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Στις αρχές του 2026 η παραγωγή της στη Βενεζουέλα ανερχόταν περίπου σε 240.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ τον Ιούλιο είχε ήδη φτάσει κοντά στα 270.000.
Τώρα ο όμιλος βάζει στόχο να φτάσει περίπου τα 600.000 βαρέλια ημερησίως μέσα στην επόμενη πενταετία.
Ο Ουίρτ χαρακτήρισε μια πρόσθετη παραγωγική δυνατότητα της τάξης των 300.000 βαρελιών ημερησίως μέσα σε λίγα χρόνια «σημαντική αύξηση» για τα δεδομένα της πετρελαϊκής βιομηχανίας.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι εγκαταστάσεις της Chevron στη χώρα βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από μεγάλο μέρος των πετρελαϊκών υποδομών της Βενεζουέλας, γεγονός που μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη.
Η Chevron δεν έφυγε ποτέ εντελώς από τη Βενεζουέλα
Η παρουσία της αμερικανικής εταιρείας στη χώρα ξεπερνά τον έναν αιώνα.
Σε αντίθεση με άλλους μεγάλους αμερικανικούς ομίλους, όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, που αποχώρησαν μετά τις εθνικοποιήσεις προηγούμενων δεκαετιών, η Chevron διατήρησε παρουσία στη Βενεζουέλα ακόμη και κατά τη διάρκεια της περιόδου των αυστηρών αμερικανικών κυρώσεων.
Το εμπάργκο στο πετρέλαιο της χώρας είχε επιβληθεί το 2019 και χαλάρωσε εν μέρει το 2023.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακάλεσε αρκετές από τις σχετικές άδειες μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2025, αλλά η Chevron διατήρησε ειδική εξαίρεση που της επέτρεψε να συνεχίσει βασικές δραστηριότητες και να προστατεύσει τις εγκαταστάσεις της.
Η εικόνα άλλαξε ριζικά μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις τον Ιανουάριο του 2026 και τη διαμόρφωση νέου πλαισίου συνεργασίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Καράκας.
Οι εγγυήσεις που ζήτησαν οι πετρελαϊκές
Η μεγάλη πρόκληση για τη Βενεζουέλα δεν είναι τα κοιτάσματα, αλλά το κατά πόσο οι ξένοι επενδυτές θα πιστέψουν ότι οι νέοι όροι μπορούν να διατηρηθούν για δεκαετίες.
Ο Ουίρτ ανέφερε ότι έχουν σημειωθεί σημαντικές αλλαγές στους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών και στις συμβατικές και οικονομικές εγγυήσεις που παρέχονται στους επενδυτές.
Αυτές οι διαβεβαιώσεις, είπε, έχουν δώσει στη Chevron μεγαλύτερη εμπιστοσύνη για την πραγματοποίηση μακροχρόνιων επενδύσεων.
Η επιφύλαξη παραμένει μεγάλη στον κλάδο.
Χαρακτηριστικά, στις αρχές του έτους ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil Ντάρεν Γουντς είχε χαρακτηρίσει τη Βενεζουέλα ουσιαστικά «μη επενδύσιμη» υπό τις τότε συνθήκες, υπενθυμίζοντας ότι περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας είχαν κατασχεθεί δύο φορές στο παρελθόν.
Και η Eni στο παιχνίδι με το Junin 5
Την ίδια στιγμή, η ιταλική Eni διευρύνει επίσης σημαντικά την παρουσία της στη Βενεζουέλα.
Η εταιρεία υπέγραψε συμφωνία που της επιτρέπει να προχωρήσει στην ανάπτυξη του κοιτάσματος βαρέος πετρελαίου Junin 5, επίσης στη ζώνη του Ορινόκο.
Η Eni σχεδιάζει επένδυση περίπου 1,5 δισ. δολαρίων, ενώ το συγκεκριμένο κοίτασμα θεωρείται ότι θα μπορούσε σταδιακά να φτάσει σε παραγωγή περίπου 200.000 βαρελιών την ημέρα, από μόλις περίπου 12.000 σήμερα.
Ο συνολικός στόχος της ιταλικής εταιρείας για τις δραστηριότητές της στη χώρα φτάνει περίπου τα 400.000 βαρέλια ημερησίως έως το τέλος της δεκαετίας.
Οι ΗΠΑ αποκτούν πρόσβαση στο ένα πέμπτο των αποθεμάτων
Οι κινήσεις Chevron και Eni έρχονται λίγες ημέρες μετά μια πολύ μεγαλύτερη και γεωπολιτικά σημαντικότερη συμφωνία.
Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε ότι αμερικανικά συμφέροντα αποκτούν μακροχρόνια πρόσβαση σε 17 πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας, τα οποία εκτιμάται ότι περιέχουν περίπου 65 δισ. βαρέλια πετρελαίου.
Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο των αποδεδειγμένων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας.
Η συμφωνία προβλέπει 100ετή μίσθωση των κοιτασμάτων μέσω της ιδιωτικής North American Blue Energy Partners.
Ορισμένα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονταν μέχρι πρόσφατα υπό κινεζική ή ρωσική επιρροή, γεγονός που προσδίδει στη συμφωνία σαφή γεωπολιτική διάσταση πέρα από το καθαρά ενεργειακό σκέλος.
Η συμφωνία έχει ήδη προκαλέσει επιφυλάξεις σε τμήμα της πετρελαϊκής βιομηχανίας για τον τρόπο με τον οποίο παραχωρήθηκε, την απουσία ανταγωνιστικής διαδικασίας και το εάν δημιουργεί άνισους όρους για άλλους επενδυτές.
Η Ουάσινγκτον θέλει να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ, ο οποίος βρίσκεται στο Καράκας για τις νέες συμφωνίες, εκτιμά ότι οι επενδύσεις μπορούν να οδηγήσουν σε υπερδιπλασιασμό της παραγωγής της Βενεζουέλας μέσα στα επόμενα χρόνια.
Η χώρα παράγει σήμερα περίπου 1,1 έως 1,25 εκατ. βαρέλια ημερησίως, πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα άνω των 3 εκατ. βαρελιών που είχε καταγράψει στο παρελθόν.
Ο Ράιτ εκτίμησε ότι η παραγωγή μπορεί να ξεπεράσει τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως έως το τέλος της δεκαετίας.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει θέσει ακόμη πιο φιλόδοξο πλαίσιο, καλώντας τις πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν συνολικά έως και 100 δισ. δολάρια για την ανακατασκευή της ενεργειακής βιομηχανίας της Βενεζουέλας.
Τα μεγαλύτερα αποθέματα στον κόσμο, αλλά υποδομές δεκαετιών
Το παράδοξο της Βενεζουέλας παραμένει εντυπωσιακό.
Η χώρα διαθέτει πάνω από 300 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου, τα μεγαλύτερα παγκοσμίως, αλλά παράγει μόνο ένα μικρό μέρος της ποσότητας που θα δικαιολογούσε θεωρητικά αυτή η τεράστια βάση πόρων.
Δεκαετίες ανεπαρκών επενδύσεων, κακοδιαχείρισης, εθνικοποιήσεων, φθοράς των υποδομών και διεθνών κυρώσεων οδήγησαν σε κατάρρευση της παραγωγικής ικανότητας.
Η επαναφορά ακόμη και στα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως θα απαιτήσει δισεκατομμύρια επενδύσεων σε γεωτρήσεις, αγωγούς, ηλεκτροδότηση, μονάδες αναβάθμισης βαρέος αργού και εξαγωγικές υποδομές.
Γι’ αυτό και οι σημερινές ανακοινώσεις δεν σημαίνουν ότι τα νέα βαρέλια μπορούν να μπουν άμεσα στην παγκόσμια αγορά.
Αποτελούν, όμως, την ισχυρότερη έως τώρα ένδειξη ότι οι μεγάλοι δυτικοί ενεργειακοί όμιλοι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν ξανά τη Βενεζουέλα ως δυνητικό επενδυτικό προορισμό.
Και σε μια περίοδο μεγάλης αναταραχής στη Μέση Ανατολή και αβεβαιότητας για τις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, η Ουάσινγκτον έχει έναν επιπλέον λόγο να θέλει περισσότερα βαρέλια από τη Λατινική Αμερική να επιστρέψουν στην αγορά.
