Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια κρίσιμη τριετία, καθώς μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026 θα δοκιμαστεί αν η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών μπορεί να διατηρηθεί χωρίς τα έκτακτα στηρίγματα των τελευταίων ετών. Το ΚΕΦΙΜ επισημαίνει τέσσερις βασικές προκλήσεις έως το 2028: τη μείωση των δημόσιων επενδύσεων και την ανάγκη ενίσχυσης των ιδιωτικών, την πίεση από μόνιμες δαπάνες όπως μισθοί και συντάξεις, το αυξανόμενο κόστος δανεισμού από τις αγορές και το βαρύ συνταξιοδοτικό, που επιβαρύνεται και από το δημογραφικό πρόβλημα.
Πιο αναλυτικά
Η ελληνική οικονομία μπαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία θα κριθεί εάν η σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών μπορεί να διατηρηθεί και χωρίς τους εξαιρετικά ευνοϊκούς παράγοντες των τελευταίων ετών. Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, η αύξηση των μόνιμων κρατικών δαπανών, το υψηλό κόστος του συνταξιοδοτικού και η μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές διαμορφώνουν μια νέα και περισσότερο απαιτητική εξίσωση.
Νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ τοποθετεί την περίοδο 2026–2028 στο επίκεντρο, εκτιμώντας ότι θα αποτελέσει το πραγματικό τεστ για τη διατηρησιμότητα της δημοσιονομικής προόδου που έχει επιτευχθεί.
Τα δεδομένα δείχνουν πόσο μεγάλη είναι η απόσταση που έχει διανύσει η χώρα. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε το 2025 στο 4,9% του ΑΕΠ, την υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη, ενώ το δημόσιο χρέος μειώθηκε από το 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025.
Παράλληλα, η Ελλάδα επέστρεψε στην επενδυτική βαθμίδα και το spread του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου έναντι του γερμανικού υποχώρησε στις 77 μονάδες βάσης το 2025, όταν το 2012 είχε φθάσει περίπου στις 2.100 μονάδες.
Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι η θετική πορεία στηρίχθηκε εν μέρει σε παράγοντες που δεν μπορούν να θεωρούνται μόνιμοι: στην υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, στον πληθωρισμό, στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και στους ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης των δανείων του EFSF και του ESM.
- Τι αφήνει πίσω του το Ταμείο Ανάκαμψης
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή αφορά την ολοκλήρωση της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης τον Αύγουστο του 2026. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι πόροι του RRF εκτιμάται ότι συνέβαλαν περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να περιοριστούν αισθητά.
Το βάρος μεταφέρεται πλέον στις ιδιωτικές επενδύσεις. Εκεί, όμως, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική απόσταση από το παρελθόν, καθώς παραμένουν 24% χαμηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα.
Η προσέλκυση νέων ιδιωτικών κεφαλαίων και η αύξηση της παραγωγικότητας αποκτούν συνεπώς ακόμη μεγαλύτερη σημασία προκειμένου να καλυφθεί μέρος του αναπτυξιακού κενού που μπορεί να αφήσει η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
- Η παγίδα των μόνιμων δαπανών
Το δεύτερο μέτωπο αφορά τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις της περιόδου 2026–2027.
Το κόστος του νέου πακέτου υπολογίζεται στο 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,8% το 2027. Το ζήτημα που αναδεικνύεται είναι κατά πόσο μόνιμες παρεμβάσεις, όπως αυξήσεις μισθών και συντάξεων, μπορούν να χρηματοδοτούνται σταθερά τα επόμενα χρόνια.
Και αυτό γιατί μέρος της ενίσχυσης των κρατικών εσόδων συνδέθηκε με τον πληθωρισμό και την υψηλή ονομαστική ανάπτυξη. Εάν οι συγκεκριμένοι παράγοντες εξασθενήσουν, οι μόνιμες δαπάνες θα εξακολουθήσουν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό.
- Χρέος και τράπεζες
Η σταδιακή αντικατάσταση των προνομιακών δανείων διάσωσης από χρηματοδότηση μέσω των αγορών αποτελεί μία ακόμη παράμετρο της επόμενης ημέρας.
Σε περίπτωση που οι αποδόσεις των δεκαετών ελληνικών ομολόγων επέστρεφαν περίπου στο 4,5%, η μελέτη εκτιμά ότι το πρόσθετο ετήσιο κόστος τόκων θα μπορούσε σταδιακά να ανέλθει στο 0,8%–1% του ΑΕΠ.
Την ίδια ώρα, σημαντική πρόοδος έχει καταγραφεί στις τράπεζες. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υποχώρησαν από το 49,1% το 2016 στο 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ οι τράπεζες επέστρεψαν σε κερδοφορία και διανομή μερισμάτων.
Παραμένει, όμως, ένας ισχυρός σύνδεσμος με το Δημόσιο. Οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
- Η μεγάλη πίεση από τις συντάξεις
Το τέταρτο και περισσότερο μακροπρόθεσμο πρόβλημα βρίσκεται στο συνταξιοδοτικό.
Η Ελλάδα διαθέτει περίπου 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, καταγράφοντας την τέταρτη υψηλότερη σχετική δαπάνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από τη συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη, περίπου 43% καλύπτεται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από τις ασφαλιστικές εισφορές. Σύμφωνα με τις προβολές που περιλαμβάνει η μελέτη, η συμμετοχή του κράτους θα μπορούσε να προσεγγίσει το 62% έως το 2029.
Στην εξίσωση προστίθεται το δημογραφικό. Ο δείκτης εξάρτησης του πληθυσμού εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050, με αποτέλεσμα ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι να καλούνται να στηρίζουν περισσότερους συνταξιούχους.
Η εικόνα που προκύπτει δεν αναιρεί τη μεγάλη πρόοδο που έχει επιτευχθεί στα δημόσια οικονομικά. Αναδεικνύει, όμως, ότι η επόμενη φάση θα είναι διαφορετική. Με το Ταμείο Ανάκαμψης να ολοκληρώνεται, το χρέος να παραμένει το υψηλότερο στην Ε.Ε. και τις δημογραφικές πιέσεις να εντείνονται, το μεγάλο στοίχημα της επόμενης τριετίας είναι η σημερινή δημοσιονομική ισορροπία να αποδειχθεί διατηρήσιμη και χωρίς την υποστήριξη των έκτακτων ευνοϊκών συνθηκών.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΚΕΦΙΜ, Νίκο Ρώμπαπα, η δημοσιονομική πρόοδος της χώρας θα πρέπει να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, με συγκράτηση δαπανών, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και περισσότερες παραγωγικές ιδιωτικές επενδύσεις, καθώς η περίοδος 2026–2028 αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό τεστ για την οικονομία.
