Η ακρίβεια στα καύσιμα φαίνεται πως έχει οδηγήσει πολλούς οδηγούς να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους με ΙΧ, με αποτέλεσμα η κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου να υποχωρήσει κατά 10% στο πρώτο εξάμηνο του έτους.
Τα στοιχεία του προϋπολογισμού δείχνουν πτώση άνω των 200 εκατ. ευρώ στα έσοδα από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, ενώ η μικρή αύξηση από τον ΦΠΑ δεν αρκεί για να καλύψει τη συνολική απώλεια.
Έτσι, η υψηλή φορολογία και οι αυξημένες τιμές επιβαρύνουν τα νοικοκυριά, αλλά τελικά στερούν και έσοδα από το Δημόσιο.
Πιο αναλυτικά
Η πίεση που ασκεί η ακρίβεια στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, στους λογαριασμούς ή στις τιμές των προϊόντων στα ράφια, αλλά και στις καθημερινές μετακινήσεις, καθώς ολοένα και περισσότεροι οδηγοί φαίνεται ότι περιορίζουν τη χρήση των οχημάτων τους, προκειμένου να μειώσουν τις δαπάνες για καύσιμα.
Η τάση αυτή προκύπτει με σαφήνεια από τα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για το πρώτο εξάμηνο. Ειδικότερα, οι εισπράξεις από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα εμφάνισαν πτώση της τάξης του 10%, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με τη μείωση των ποσοτήτων βενζίνης και πετρελαίου που διατέθηκαν στην αγορά.
Σε αντίθεση με άλλους φόρους, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες για την πραγματική πορεία της κατανάλωσης. Και αυτό επειδή δεν εξαρτάται από το πόσο ακριβό είναι το καύσιμο, αλλά από τα λίτρα που πωλούνται. Με άλλα λόγια, όταν τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο υποχωρούν, η εξήγηση είναι κατά κανόνα απλή: στην αγορά διακινήθηκαν μικρότερες ποσότητες καυσίμων.
Πτώση άνω των 200 εκατ. ευρώ
Σύμφωνα λοιπόν με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα έσοδα από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα διαμορφώθηκαν στο πρώτο εξάμηνο του έτους στα 1,822 δισ. ευρώ. Την αντίστοιχη περίοδο του 2025 είχαν ανέλθει στα 2,033 δισ. ευρώ. Η διαφορά ξεπερνά τα 200 εκατ. ευρώ και αποτυπώνει την έντονη κάμψη που σημειώθηκε στην κατανάλωση. Την ίδια στιγμή, τα συνολικά έσοδα από το σύνολο των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης ανήλθαν στα 3,223 δισ. ευρώ, ποσό χαμηλότερο κατά 233 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο που είχε τεθεί στον προϋπολογισμό.
Η απόκλιση αυτή αντανακλά την πραγματική δυσκολία των καταναλωτών να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος των μετακινήσεων και γενικότερα στις επιβαρύνσεις που προκαλεί η παρατεταμένη άνοδος των τιμών της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης. Τα καύσιμα θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό ανελαστική δαπάνη, καθώς για ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού το αυτοκίνητο δεν αποτελεί πολυτέλεια. Είναι αναγκαίο για τη μετάβαση στην εργασία, για επαγγελματικές υποχρεώσεις, για τη μεταφορά παιδιών ή για την κάλυψη βασικών αναγκών, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι περιορισμένες. Ακόμη και σε αυτή την κατηγορία δαπανών, ωστόσο, οι καταναλωτές φαίνεται ότι αναγκάστηκαν να κάνουν περικοπές.
Ο ΕΦΚ ως «καθρέφτης» της αγοράς
Η σημασία των στοιχείων γίνεται περισσότερο κατανοητή εάν εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης. Σε αντίθεση με τον ΦΠΑ, ο οποίος επιβάλλεται ως ποσοστό επί της τελικής τιμής, ο ΕΦΚ υπολογίζεται με συγκεκριμένο ποσό ανά λίτρο. Αυτό σημαίνει ότι οι εισπράξεις του Δημοσίου από τον συγκεκριμένο φόρο δεν αυξάνονται αυτομάτως όταν ανεβαίνουν οι τιμές στα πρατήρια. Ο φόρος ανέρχεται περίπου στα 70 λεπτά ανά λίτρο για την αμόλυβδη βενζίνη και στα 41 λεπτά ανά λίτρο για το πετρέλαιο κίνησης. Το τελικό ποσό που εισπράττει το κράτος προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό αυτών των σταθερών επιβαρύνσεων με τις συνολικές ποσότητες που πωλούνται. Επομένως, η μείωση των εσόδων από τον ΕΦΚ αποτελεί σαφή ένδειξη περιορισμού της κατανάλωσης, ανεξάρτητα από το ύψος της τιμής του λίτρου.
Αντίθετα, ο ΦΠΑ μπορεί να εμφανίσει αυξημένες εισπράξεις ακόμη και όταν πωλούνται λιγότερα καύσιμα, εφόσον η τιμή τους έχει ανέβει αρκετά. Για τον λόγο αυτό, δεν θεωρείται εξίσου αξιόπιστος δείκτης για την εξέλιξη του όγκου των πωλήσεων. Η σύγκριση των δύο φόρων δείχνει δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας αγοράς. Ο ΦΠΑ αποτυπώνει κυρίως την επίδραση των τιμών, ενώ ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης αποκαλύπτει πόσα λίτρα καυσίμου αγοράστηκαν στην πραγματικότητα.
Οι οδηγοί έκοψαν μετακινήσεις
Η πτώση των πωλήσεων δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε μια απότομη τεχνολογική αλλαγή στον στόλο των οχημάτων. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα οι Έλληνες οδηγοί αντικατέστησαν μαζικά τα αυτοκίνητά τους με νεότερα μοντέλα χαμηλότερης κατανάλωσης. Αντίστοιχα, η ηλεκτροκίνηση δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοιο επίπεδο διείσδυσης ώστε να δικαιολογεί από μόνη της μια τόσο μεγάλη υποχώρηση στις πωλήσεις βενζίνης και πετρελαίου. Υπό αυτά τα δεδομένα, η πιο λογική εξήγηση είναι ότι οι ιδιοκτήτες οχημάτων μείωσαν τις μετακινήσεις τους.
Πολλοί ενδέχεται να απέφυγαν μη απαραίτητες διαδρομές, να περιόρισαν τις αποδράσεις και τα ταξίδια ή να συνδύασαν περισσότερες υποχρεώσεις σε μία μετακίνηση. Άλλοι πιθανόν στράφηκαν περισσότερο στα μέσα μαζικής μεταφοράς ή στη συνεπιβίβαση, ενώ δεν αποκλείεται να μειώθηκαν και οι επαγγελματικές διαδρομές λόγω του αυξημένου λειτουργικού κόστους. Το γεγονός ότι οι δρόμοι της Αθήνας εξακολουθούν να εμφανίζουν καθημερινά αυξημένη κίνηση, ακόμη και καλοκαιριάτικα, δεν αναιρεί τη συνολική εικόνα. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση στην πρωτεύουσα επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού οχημάτων, οι υποδομές, τα έργα και οι ώρες αιχμής. Σε πανελλαδικό επίπεδο, ωστόσο, τα φορολογικά στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι συνολικές ποσότητες καυσίμων που καταναλώθηκαν ήταν αισθητά μειωμένες.
Η Ελλάδα και η υψηλή φορολογία στα καύσιμα
Η επιβάρυνση που προκαλεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης αποτελεί διαχρονικά ένα από τα βασικά συστατικά της τελικής τιμής στα πρατήρια. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με ιδιαίτερα υψηλή φορολογία στα καύσιμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πάνω στον ΕΦΚ προστίθεται και ο ΦΠΑ, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής να αφορά φόρους και όχι αποκλειστικά το κόστος αγοράς και διάθεσης του καυσίμου. Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση γίνεται ακόμη περισσότερο αισθητή σε περιόδους κατά τις οποίες οι διεθνείς τιμές της ενέργειας κινούνται ανοδικά. Τότε η τελική τιμή αυξάνεται και οι οδηγοί καλούνται να διαθέσουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για να αγοράσουν τις ίδιες ποσότητες. Όταν οι αυξήσεις ξεπερνούν τις οικονομικές τους δυνατότητες, η κατανάλωση αρχίζει να περιορίζεται. Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι συνέβη κατά το πρώτο εξάμηνο.
Δεν ωφελείται τελικά ο προϋπολογισμός
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συνολική δημοσιονομική επίδραση της ανόδου των τιμών των καυσίμων. Μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όσο αυξάνονται οι τιμές, τόσο περισσότερα έσοδα εισπράττει το κράτος μέσω του ΦΠΑ. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα πρόσθετα έσοδα που δημιουργούνται λόγω των υψηλότερων τιμών δεν είναι αρκετά για να καλύψουν τις απώλειες που προκαλεί η μείωση των πωλούμενων ποσοτήτων.
Οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ στα καύσιμα διαμορφώθηκαν στο πρώτο εξάμηνο στα 1,016 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό ήταν αυξημένο μόλις κατά 34 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο. Η μικρή υπέρβαση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις αυξημένες τιμές, καθώς ο ΦΠΑ υπολογίζεται επί της συνολικής αξίας της συναλλαγής. Ωστόσο, την ίδια περίοδο, η απώλεια στα έσοδα από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ήταν πολύ μεγαλύτερη.
Έτσι, το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο δεν είναι θετικό. Η αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ δεν αντισταθμίζει τη σημαντική μείωση των εισπράξεων από τον φόρο που συνδέεται άμεσα με τον όγκο των πωλήσεων. Με απλά λόγια, το Δημόσιο μπορεί να εισπράττει περισσότερο ΦΠΑ για κάθε λίτρο που πωλείται ακριβότερα, αλλά όταν πωλούνται πολύ λιγότερα λίτρα, το τελικό αποτέλεσμα είναι αρνητικό.
Η ακρίβεια επιστρέφει ως δημοσιονομική απώλεια
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το ράλι των τιμών στην ενέργεια έχει πολλαπλές επιπτώσεις. Αρχικά πλήττει τα νοικοκυριά, τα οποία χρειάζονται περισσότερα χρήματα για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Στη συνέχεια επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες, καθώς αυξάνει το κόστος μεταφοράς, διανομής και παραγωγής. Τελικά, όμως, επιστρέφει και στον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό με τη μορφή μειωμένων φορολογικών εσόδων.
Όσο οι τιμές παραμένουν υψηλές, οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους. Και όσο μειώνεται η κατανάλωση, υποχωρούν οι εισπράξεις από φόρους που υπολογίζονται με βάση τις ποσότητες. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι η ακρίβεια δεν δημιουργεί ένα σταθερό και διατηρήσιμο όφελος για τα δημόσια ταμεία. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως ανασταλτικός παράγοντας για την οικονομική δραστηριότητα, περιορίζοντας τόσο την κατανάλωση όσο και τη φορολογική βάση.
