Η ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζει μια αντιφατική εικόνα: το πρώτο τρίμηνο του 2026 αυξήθηκαν οι θέσεις απασχόλησης, οι προσλήψεις ξεπέρασαν τις 640.000 και ενισχύθηκε η πλήρης εργασία, όμως ταυτόχρονα ανέβηκε και η ανεργία στο 9,5%, με 454.000 ανέργους και ιδιαίτερα υψηλή πίεση στους νέους. Παρά τη βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι το βασικό ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο ο αριθμός των θέσεων, αλλά και η ποιότητα, οι αμοιβές και οι συνθήκες εργασίας.
Πιο αναλυτικά
Μια φαινομενικά αντιφατική εικόνα διαμορφώνεται στην ελληνική αγορά εργασίας: οι θέσεις απασχόλησης αυξάνονται, οι προσλήψεις παραμένουν ισχυρές και περισσότεροι πολίτες μπαίνουν στην αγορά αναζητώντας δουλειά, αλλά την ίδια στιγμή αυξάνεται και ο αριθμός των ανέργων.
Τα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026 δείχνουν ότι η μεγαλύτερη ζήτηση για εργαζόμενους δεν ήταν αρκετή για να καλύψει την ακόμη μεγαλύτερη προσφορά εργασίας. Με απλά λόγια, δημιουργήθηκαν νέες θέσεις, αλλά παράλληλα αυξήθηκαν και οι άνθρωποι που μπήκαν ή επέστρεψαν στην αγορά αναζητώντας απασχόληση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 9,5% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 9,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Οι άνεργοι έφτασαν τους 454.000, αυξημένοι κατά 13.000 ή 2,9% μέσα σε έναν χρόνο. Την ίδια περίοδο, όμως, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας αυξήθηκε κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων ενισχύθηκε κατά 1,4%.
Ένα από τα θετικά στοιχεία αφορά το είδος των νέων θέσεων εργασίας.
Η πλήρης απασχόληση αυξήθηκε κατά 2,1% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2025, την ώρα που η μερική απασχόληση μειώθηκε κατά 11%.
Ως αποτέλεσμα, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση αντιστοιχούσαν στο 5,1% του συνόλου το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 5,9% έναν χρόνο νωρίτερα.
Η διαφορά με την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μερική απασχόληση αντιστοιχούσε στο 18,7% των εργαζομένων, από 18,6% την ίδια περίοδο του 2025.
Πάνω από 640.000 προσλήψεις σε τρεις μήνες
Θετικό παρέμεινε και το ισοζύγιο προσλήψεων και αποχωρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, στο πρώτο τρίμηνο του 2026 δημιουργήθηκε θετικό ισοζύγιο 54.904 θέσεων εργασίας, αυξημένο κατά 3,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 640.854 προσλήψεις μέσα στους πρώτους τρεις μήνες του έτους.
Από αυτές, το 55,2% αφορούσε θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό αφορούσε μερική ή εκ περιτροπής εργασία.
Οι μεγαλύτερες θετικές ροές νέων θέσεων καταγράφηκαν στα καταλύματα και στην εστίαση, δύο κλάδους που αρχίζουν να ενισχύουν το προσωπικό τους ενόψει της τουριστικής περιόδου.
Υψηλά θετικά ισοζύγια εμφανίστηκαν επίσης στο λιανικό εμπόριο, καθώς και στη δημόσια διοίκηση, την άμυνα και την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση.
Πιο δύσκολη παραμένει η κατάσταση για τις μικρότερες ηλικίες. Η ανεργία μεταξύ των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών αυξήθηκε στο 19,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 18,4% έναν χρόνο νωρίτερα.
Η αύξηση κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες δείχνει ότι σχεδόν ένας στους πέντε νέους που συμμετέχουν στην αγορά εργασίας παραμένει χωρίς δουλειά.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συνολική απασχόληση αυξάνεται και οι επιχειρήσεις σε αρκετούς κλάδους αναζητούν προσωπικό.
ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Περισσότερες δουλειές, αλλά παραμένει το ζήτημα της ποιότητας
Στη διαφορετική ανάγνωση που απαιτούν οι αριθμοί της απασχόλησης στέκεται και το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ελληνική αγορά εργασίας έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο σε σχέση με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, αλλά η ανάκαμψη παραμένει άνιση και δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ποιοτική αναβάθμιση.
Η απασχόληση έχει αυξηθεί, η ανεργία έχει περιοριστεί σημαντικά σε βάθος χρόνου και η υποαπασχόληση έχει υποχωρήσει.
Ωστόσο, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η αύξηση του αριθμού των θέσεων από μόνη της δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η χώρα έχει περάσει σε ένα σταθερό και κοινωνικά βιώσιμο μοντέλο εργασίας.
Το βασικό ζήτημα μεταφέρεται πλέον στην ποιότητα των θέσεων, στις αμοιβές και στις συνθήκες απασχόλησης.
Νεότερη εικόνα για την πορεία της ανεργίας δίνουν τα στοιχεία της ΔΥΠΑ, τα οποία αφορούν όμως τους εγγεγραμμένους ανέργους και επομένως δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα με το ποσοστό ανεργίας της Eurostat.
Τον Ιούνιο του 2026 στα μητρώα της ΔΥΠΑ βρίσκονταν 672.293 άνεργοι. Σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025 ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 82.032 άτομα ή 10,9%. Σε μηνιαία βάση, ωστόσο, καταγράφηκε αύξηση 11.611 ατόμων ή 1,8% σε σχέση με τον Μάιο.
Οι επιδοτούμενοι άνεργοι ανήλθαν σε 106.727. Σε ετήσια βάση αυξήθηκαν κατά 10.091 άτομα ή 10,4%, ενώ σε σχέση με τον Μάιο μειώθηκαν κατά 4.129 άτομα ή 3,7%.
Τα διαφορετικά στοιχεία συνθέτουν τελικά μια αγορά εργασίας που συνεχίζει να δημιουργεί θέσεις, αλλά εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές αντιφάσεις: περισσότεροι εργάζονται, περισσότεροι αναζητούν δουλειά και η ανεργία των νέων παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
