Ο Μπεϊτουλάχ Γκιουντούζ επέζησε από τρεις απόπειρες δολοφονίας, αλλά η δράση του στον υπόκοσμο του βόρειου Λονδίνου οδήγησε τελικά στην καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη. Ο 40χρονος, τον οποίο οι συνεργάτες του αποκαλούσαν «Μπέιτο», λογιζόταν για περισσότερο από μία δεκαετία ως ηγετικό στέλεχος των Τούρκων του Χάκνεϊ, μίας από τις πιο διαβόητες οργανώσεις οργανωμένου εγκλήματος στη Βρετανία.
Η συμμορία ήταν γνωστή και ως «Μπομπατζιλάρ», λέξη που σημαίνει «Βομβιστές» στα τουρκικά. Από τη δεκαετία του 1980 έχει συνδεθεί με τη διακίνηση ναρκωτικών και τη βία, ενώ το 2003, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έλεγχε περίπου το 90% της ηρωίνης που έφτανε στη Βρετανία. Η δράση των τουρκικών συμμοριών και η αδυναμία των Αρχών να ελέγξουν την κατάσταση ανησυχούσαν έντονα τις τοπικές κοινωνίες, όπως εξήγησε ο πρώην αστυνομικός Νταλ Μπαμπού.
«Η αδίστακτη δράση αυτών των τουρκικών συμμοριών ήταν θρυλική», ανέφερε ο Μπαμπού. Τη δεκαετία του 1980 είχε επιβιώσει από αποτυχημένη απόπειρα εκτέλεσης, όταν η σφαίρα ενός εκτελεστή σφήνωσε στην κάννη του όπλου του. «Μπορούσαν να έχουν πραγματικά ισχυρό έλεγχο στις κοινότητες. Η αστυνομία ήταν απλώς καταβεβλημένη», πρόσθεσε.
Η βεντέτα των «Βομβιστών» με τους αντιπάλους τους, τους Τούρκους του Τότεναμ, εξακολουθεί να μαίνεται στο βόρειο Λονδίνο. Οι επιθέσεις και τα αντίποινα που έχουν διαδεχθεί το ένα το άλλο τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν οδηγήσει στον θάνατο τουλάχιστον 20 ανθρώπων.
Η καταδίκη για απόπειρα δολοφονίας και οι κατηγορίες για εκβιασμό
Η αιματηρή αντιπαράθεση έφερε στο προσκήνιο τον Γκιουντούζ το 2013: κατηγορήθηκε πως ανέθεσε σε πληρωμένο εκτελεστή τη δολοφονία του Ζαφέρ Ερέν, ο οποίος αποκαλούνταν νονός της τουρκικής συμμορίας του Τότεναμ. Τον Νοέμβριο του 2014 το δικαστήριο τον αθώωσε. Ωστόσο, άνθρωποι με γνώση του τουρκικού υποκόσμου επέμεναν πως την ευθύνη για τη δολοφονία είχε εκείνος.
Φέρεται ότι τα επόμενα χρόνια οι αντίπαλοί του όρισαν αμοιβή 200.000 λιρών για τη δολοφονία του, ποσό που δεν κατάφεραν να εισπράξουν. Το 2019 η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου τού έδωσε την αποκαλούμενη «προειδοποίηση Οσμάν», με την οποία ενημερώνονται πιθανοί στόχοι ότι απειλείται η ζωή τους. Έναν χρόνο μετά επέζησε από πυροβολισμό, όταν το όπλο του δράστη μπλόκαρε, ενώ το 2024 έγινε ξανά στόχος επίθεσης που συγκλόνισε τη Βρετανία.

Αδικήματα σχετικά μικρής βαρύτητας αποτελούσαν, μέχρι πρόσφατα, το αντικείμενο των 80 προηγούμενων καταδικών του, παρά τη φερόμενη ανάμειξή του σε κύκλους οργανωμένης βίας. Για επικίνδυνη οδήγηση και απειλητική συμπεριφορά εξέτισε τρίμηνη ποινή φυλάκισης το 2019. Καθοριστική αλλαγή αποτέλεσε, ωστόσο, η καταδίκη του επειδή έδωσε εντολή να εκτελεστεί ο Ονούρ Γκιουζέλ, ηλικίας 38 ετών. Η επίθεση έγινε στο Ντάλστον, στο ανατολικό Λονδίνο, έξω από το «Ουμούτ 2000», εστιατόριο που ανήκε στον πατέρα του Γκιουζέλ.
Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε τον προηγούμενο μήνα ο Γκιουντούζ, με υποχρεωτική παραμονή στη φυλακή για τουλάχιστον 20 χρόνια. Στην Κωνσταντινούπολη κατέφυγε ο Ντογάν Οβέρ, που φέρεται ως εκτελεστής και παραμένει ασύλληπτος. Παρότι η επίθεση δεν στοίχισε τη ζωή στον Ονούρ Γκιουζέλ, του προκάλεσε σοβαρούς τραυματισμούς. Το εστιατόριο όπου εκδηλώθηκε είχε αποσπάσει συστάσεις κορυφαίων σεφ. Είχε ακόμη περιληφθεί σε κατάλογο των «New York Times» για τα 25 καλύτερα πιάτα που προσφέρονται για δοκιμή στο Λονδίνο.
Όπως ακούστηκε στο Όλντ Μπέιλι, ο Γκιουντούζ αποτελούσε «ηγετικό μέλος» της συμμορίας του, με θέση «στο επίκεντρο του εκβιασμού της τοπικής κοινότητας». Απαίτησε από την οικογένεια Γκιουζέλ 100.000 λίρες, ισχυριζόμενος αδίκως ότι είχε δώσει αντίστοιχο ποσό στην τουρκική συμμορία του Τότεναμ ως αντάλλαγμα για προστασία. Ο φόβος ενδεχόμενης επίθεσης τον έκανε να αρνηθεί τη μεταφορά του από τη φυλακή Τέιμσαϊντ στο δικαστήριο, όπου επρόκειτο να παρακολουθήσει την ακροαματική διαδικασία.
Γκιουντούζ: Η εγκατάσταση στο Χάκνεϊ και η εγκληματική ανέλιξη
Με καταγωγή από την Τουρκία, όπου γεννήθηκε το 1986, ο Μπεϊτουλάχ Γκιουντούζ εγκαταστάθηκε στη Βρετανία σε ηλικία μόλις 10 ετών. Στο Χάκνεϊ παρακολούθησε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε τοπικό σχολείο. Η περιοχή, όπως και το Τότεναμ, φιλοξενεί μεγάλη κοινότητα Τούρκων και Κούρδων. Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι σχέσεις του με τα υπόλοιπα παιδιά στην πολυπολιτισμική γειτονιά ήταν καλές, αλλά οι σχολικές επιδόσεις του δεν ξεχώριζαν. Με τον καιρό άρχισε να δέχεται την επιρροή των ισχυρών συμμοριών που κυριαρχούσαν εκεί.
Ο Νταλ Μπαμπού, πρώην αστυφύλακας που έκανε περιπολίες στο Τότεναμ, μίλησε για την πολυσύνθετη δράση της τουρκικής μαφίας. «Αυτό που μου έκανε πραγματικά εντύπωση ήταν το πόσο εξελιγμένη ήταν η τουρκική μαφία σε εκείνη την περιοχή», ανέφερε. Κατά την περιγραφή του, οι Αρχές δεν αντιλαμβάνονταν μεγάλο μέρος της εγκληματικής δραστηριότητας, ενώ τα μέλη των οργανώσεων παρέμεναν εξαιρετικά πιστά μεταξύ τους. «Υπήρχαν περιπτώσεις όπου εξαφανίζονταν ναρκωτικά και άνθρωποι απλώς πυροβολούνταν και σκοτώνονταν», είπε.
Στην ιεραρχία των Τούρκων του Χάκνεϊ, ο Γκιουντούζ προχώρησε σταδιακά προς τα πάνω. Μια πηγή από την τουρκική κοινότητα, που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Γιλμάζ» για λόγους προστασίας της ταυτότητάς της, έδωσε δύο διαφορετικές περιγραφές του χαρακτήρα του. Όπως είπε η ίδια, ήταν γοητευτικός στις γυναίκες και ιδιαίτερα δημοφιλής στην κοινότητα και στους συνεργάτες του, ωστόσο γινόταν τρομακτικός και εκφοβιστικός όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν.
Υπάρχουν αναφορές ότι έχει τουλάχιστον ένα παιδί με γυναίκα που κατοικεί στο βόρειο Λονδίνο. Ο «Γιλμάζ» λέει ακόμη πως η επί χρόνια σύντροφός του, Εϊλέμ Καχραμάν, «πήγε στη φυλακή εξαιτίας του». Τον Ιανουάριο του 2018, η Καχραμάν, τότε 31 ετών και δικηγόρος, καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση, καθώς επιχείρησε να εμποδίσει μάρτυρα σε υπόθεση απαγωγής να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να καταθέσει.
Για χρόνια ο ίδιος ο Γκιουντούζ αρνιόταν ότι είχε οποιαδήποτε σύνδεση με συμμορία. Στη δίκη του, που έγινε νωρίτερα φέτος, ο δικηγόρος του Γκράχαμ Τρέμπαθ τον ρώτησε πώς εξασφάλιζε τα προς το ζην. «Αγόραζα και πουλούσα αυτοκίνητα και λάμβανα επιδόματα από το DWP», απάντησε, λέγοντας επίσης ότι κέρδιζε πολλά χρήματα από στοιχήματα σε ποδοσφαιρικούς αγώνες.
Ο Χακάν, που έχει γνώση του τουρκικού υποκόσμου στο Λονδίνο, ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος ως προς το πλήρες όνομά του, φοβούμενος αντίποινα, και απέρριψε όσα υποστήριξε ο Γκιουντούζ. «Δεν βγάζει τα προς το ζην από τα στοιχήματα στο ποδόσφαιρο, είναι απλώς εθισμένος στον τζόγο», δήλωσε. Κατά τον ίδιο, τα έσοδα προέρχονταν από τη διακίνηση κοκαΐνης, κάνναβης και ηρωίνης. Πρόσθεσε ότι στο Χάκνεϊ υπάρχουν χώροι όπου γίνεται διακίνηση ναρκωτικών και όπου μπορεί κανείς να μπει και να αγοράσει ουσίες, όπως ακριβώς θα πήγαινε σε καφετέρια για πρωινό.
Στην εξέτασή του από την εισαγγελέα Τζέιν Μπίκενσταφ, ο Γκιουντούζ επανέλαβε ότι δεν ανήκε στους Τούρκους του Χάκνεϊ. Όταν η εισαγγελέας τού υπενθύμισε πως ο Ονούρ Γκιουζέλ τον είχε αναγνωρίσει ως μέλος της συμμορίας, εκείνος αρνήθηκε κάθε συμμετοχή σε εγκληματικές πράξεις και δήλωσε άγνοια για τη δράση των Τούρκων του Χάκνεϊ και του Τότεναμ. Είπε ακόμη ότι δεν γνώριζε πως οι οργανώσεις εκβίαζαν επιχειρήσεις της περιοχής.

Ο Γκιουντούζ αναφέρεται ως διευθυντής της BG Cars, μιας εταιρείας που, όπως υποστηρίζουν πηγές, αποτελούσε βιτρίνα για δραστηριότητα που απέφερε μετρητά και τον βοηθούσε να αποκρύπτει την πραγματική του ενασχόληση με τη διακίνηση ναρκωτικών και τους εκβιασμούς. Ο Χακάν είπε ότι η συμμορία κέρδιζε μεγάλα ποσά από εκβιασμούς, γνωστούς στα τουρκικά ως «χαράτς», λέξη με ρίζες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου περιέγραφε μια μορφή φόρου. «Η BG Cars ήταν απλώς ένα κάλυμμα για να ξεπλένει τα χρήματα», ανέφερε.
Η επίθεση έξω από το εστιατόριο και η άρνηση των 100.000 λιρών
Η υπόθεση που κατέληξε στην καταδίκη του Γκιουντούζ άρχισε από μια απόπειρα εκβιασμού που δεν πέτυχε. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη, στις 20 Ιουνίου του προηγούμενου έτους οργάνωσε την επίθεση στον Ονούρ Γκιουζέλ, έξω από το εστιατόριο «Ουμούτ 2000». Είχαν προηγηθεί δύο αποτυχημένες απόπειρες.
Πριν από αυτά, στις 5 Απριλίου, είχαν σημειωθεί πυροβολισμοί σε κατοικία στο Ένφιλντ, στο βόρειο Λονδίνο, κοντά στην κατοικία μέλους της οικογένειας Γκιουζέλ. Δύο μέρες μετά, ένας ένοπλος άνοιξε πυρ στο εστιατόριο «Ουμούτ 2000», αφού αυτό είχε κλείσει για τη νύχτα. Στη δίκη, το θύμα κατέθεσε πίσω από πράσινη κουρτίνα, επειδή ανησυχούσε για την ασφάλειά του.
Σύμφωνα με τον Ονούρ Γκιουζέλ, στις 12 Απριλίου 2025 τον πλησίασε ένας άνδρας που γνώριζε με το όνομα «Μπέιτο», μέλος τοπικής συμμορίας με την ονομασία «Οι Βόμβες». Ο άνδρας και ένας συνεργάτης του τον ρώτησαν ποιος είχε πυροβολήσει το εστιατόριο, υπονοώντας ότι η επίθεση μπορεί να είχε οργανωθεί από τους Τούρκους του Τότεναμ.
Σε διαφορετική συνάντηση, ο «Μπέιτο» πήγε μαζί με συνεργάτη του, τον «Μους», στον πατέρα του Ονούρ Γκιουζέλ. Σύμφωνα με την κατηγορία, του απέδωσαν ψευδώς ότι είχε καταβάλει χρήματα προστασίας στους αντιπάλους τους και ζήτησαν 100.000 λίρες για να αποκατασταθεί η ισορροπία. Καθώς η οικογένεια Γκιουζέλ δεν είχε τη δυνατότητα να δώσει αυτό το ποσό και αρνήθηκε, ο Γκιουντούζ αντέδρασε βίαια, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο.
Στις 20 Ιουνίου της προηγούμενης χρονιάς, ένα λευκό Κία Νίρο, το οποίο είχε κλαπεί, πέρασε μπροστά από το «Ουμούτ 2000». Στις 22:51, ο ένοπλος έγειρε προς το παράθυρο του συνοδηγού και άνοιξε πυρ, τραυματίζοντας τον Ονούρ Γκιουζέλ, που βρισκόταν έξω από το εστιατόριο. Επτά λεπτά μετά, το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας έδειξε τον Γκιουντούζ και έναν φίλο του να αποβιβάζονται από Μερσέντες και να παρατηρούν το σημείο της επίθεσης. Ο Γκιουντούζ συνελήφθη αργότερα από την αστυνομία, ενώ ο άνδρας που φέρεται να εκτέλεσε την επίθεση είχε ήδη καταφύγει στην Τουρκία.
Η βεντέτα με τις αιματηρές συνέπειες, με αφετηρία τη δεκαετία του 1980
Η αντιπαλότητα που έφερε επανειλημμένα τον Γκιουντούζ στο στόχαστρο των εχθρών του συνδέεται με την ιστορική σύγκρουση ανάμεσα στις τουρκικές κοινότητες του Χάκνεϊ και του Τότεναμ. Τη δεκαετία του 1980, η οικογένεια Μπαϊμπασίν, υπό τον Χουσεΐν Μπαϊμπασίν —τον αποκαλούμενο «Πάμπλο Εσκομπάρ της Ευρώπης»— και τον αδελφό του Μεχμέτ, διαμόρφωσε τις βάσεις του εμπορίου ηρωίνης των Τούρκων του Χάκνεϊ.
Κεντρικό ρόλο στην αντιπαράθεση με τους αντιπάλους του Τότεναμ είχαν, ωστόσο, δύο οικογένειες με ρίζες στην κεντρική Ανατολία. Οι Αρμαγκάν, από τις ισχυρότερες οικογένειες των «Βομβιστών», είχαν καταγωγή από το φτωχό χωριό Κιρκισράκ. Από την άλλη, οι Ερέν, επικεφαλής των Τούρκων του Τότεναμ, προέρχονταν από την περιοχή Μαράς, κοντά στην πόλη Ελμπιστάν.
Τον Ιανουάριο του 2009 η αντιπαράθεση πήρε πιο βίαιη τροπή: ο Κεμάλ Αρμαγκάν ορκίστηκε να εκδικηθεί μετά τον ξυλοδαρμό του σε αίθουσα μπιλιάρδου του κλαμπ Μάνορ, στο Χάρινγκεϊ του βόρειου Λονδίνου. Στον καβγά είχαν εμπλακεί, μεταξύ άλλων, μέλη της οικογένειας Ερέν. Όπως υποστηρίχθηκε στην υπόθεση, ο Αρμαγκάν είπε στην αστυνομία: «Είμαι της παλιάς σχολής, θα το τακτοποιήσω μόνος μου».
Η αιματοχυσία συνεχίστηκε επί χρόνια, καθώς μέλη συμμοριών και πολίτες έχαναν τη ζωή τους ή τραυματίζονταν σοβαρά στους δρόμους του Λονδίνου και σε άλλες ευρωπαϊκές περιοχές. Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Αλί Αρμαγκάν, αδελφός του Κεμάλ, δολοφονήθηκε με πυροβολισμούς έξω από τον σταθμό του μετρό Τέρνπαϊκ Λέιν, στο βόρειο Λονδίνο.
Στις πρώτες ώρες της 22ας Απριλίου 2013, ο Ζαφέρ Ερέν, ηγετικό στέλεχος των Τούρκων του Τότεναμ και ξάδελφος του Κεμάλ Ερέν, σκοτώθηκε από πυρά στο βόρειο Λονδίνο. Τη δολοφονία διέπραξε ο 23χρονος Τζέιμι Μαρς-Σμιθ, επαγγελματίας εκτελεστής με το προσωνύμιο «Φρέντι», εμπνευσμένο από τον διαβόητο χαρακτήρα των ταινιών «Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες».
Ο Γκιουντούζ παραπέμφθηκε σε δίκη, κατηγορούμενος ότι είχε προσλάβει τον Μαρς-Σμιθ για να σκοτώσει τον Ερέν, αλλά οι ένορκοι τον αθώωσαν τον Νοέμβριο του 2014. Ο Γιλμάζ επέμενε ότι ο Γκιουντούζ είχε προσλάβει τον εκτελεστή, παρά την αθώωσή του, και παρουσίαζε τη δολοφονία του Ζαφέρ Ερέν ως εκδίκηση για τον θάνατο του Αλί Αρμαγκάν. Έκτοτε, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Γκιουντούζ έγινε ο κύριος στόχος των Τούρκων του Τότεναμ, οι οποίοι φέρεται να έταξαν 200.000 λίρες για τη ζωή του.
Οι τρεις απόπειρες δολοφονίας κατά του Γκιουντούζ που απέτυχαν
Το φθινόπωρο του 2019, ο Κεμάλ Ερέν, ηγετική μορφή των Τούρκων του Τότεναμ, φέρεται να σχεδίασε την εξόντωση του Γκιουντούζ. Ο Ερέν, γνωστός με το προσωνύμιο «Παρμακσίζ», δηλαδή «Χωρίς Δάχτυλα», είχε χάσει τα δάχτυλά του από ακρωτηριασμό έπειτα από πυροβολισμό. Ενώ βρισκόταν στην Τουρκία, συντόνισε μέσω κρυπτογραφημένου τηλεφώνου την επίθεση κατά του Γκιουντούζ και άλλων δύο στελεχών της συμμορίας του. Ο Λίον Σμιθ φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ως μεσάζων για την οργάνωση του σχεδίου.
Η Σκότλαντ Γιαρντ ανακάλυψε το σχέδιο και ενεργοποιήθηκε η προειδοποίηση Οσμάν. Παράλληλα, οι αστυνομικοί εγκατέστησαν συσκευές παρακολούθησης στην κατοικία του Σμιθ, καταφέρνοντας να αποκαλύψουν τις λεπτομέρειες της συνωμοσίας προτού γίνει η απόπειρα δολοφονίας. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Γκιουντούζ απέφυγε οργανωμένο σχέδιο για την εξόντωσή του.
Στις 21 Αυγούστου 2020 έγινε η δεύτερη απόπειρα κατά του Γκιουντούζ: δέχθηκε πυροβολισμό στον λαιμό στο πάρκο Κλίσολντ, στην περιοχή Στόουκ Νιούινγκτον. Το όπλο του δράστη παρουσίασε εμπλοκή, εμποδίζοντάς τον να πυροβολήσει για δεύτερη φορά, κάτι που ενδεχομένως θα αποδεικνυόταν μοιραίο.

Τον Μάιο του 2024 σημειώθηκε η τρίτη επίθεση κατά του Γκιουντούζ, η οποία απασχόλησε τα πρωτοσέλιδα σε όλη τη Βρετανία. Στις 20:00 έφτασε έξω από το εστιατόριο Εβίν, στο Ντάλστον του ανατολικού Λονδίνου, και αντάλλαξε χειραψίες με τους φίλους του, Ερντάλ Οζμέν, Μουσταφά Κιζιλτάν, Κενάν Αϊντογντού και Νάσερ Άλι. Οι πέντε κάθισαν μαζί σε τραπέζι για φαγητό, ποτό και τσιγάρο. Λίγο μετά τις 21:00 ο Γκιουντούζ έφυγε από το εστιατόριο.
Πέρασαν δεκαεπτά λεπτά και ένας ένοπλος, τον οποίο είχαν προσλάβει οι Τούρκοι του Τότεναμ, έφτασε με ισχυρή μοτοσικλέτα Ντουκάτι και έριξε έξι πυροβολισμούς προς το τραπέζι. Μία σφαίρα δεν βρήκε τον στόχο της και διαπέρασε παράθυρο, τραυματίζοντας ένα εννιάχρονο κορίτσι που έτρωγε παγωτό σε οικογενειακή εκδρομή στο Λονδίνο. Το παιδί υπέστη σοβαρά τραύματα, όμως επέζησε. Τραυματίες ήταν επίσης οι Κιζιλτάν, Αϊντογντού και Άλι, ενώ ο Οζμέν έμεινε σώος. Ωστόσο, έναν χρόνο μετά θα έπεφτε νεκρός από πυροβολισμούς στο Στόουκ Νιούινγκτον.
Για την εντολή εκτέλεσης της επίθεσης στο Εβίν, ο 33χρονος Τζέιβον Ράιλι, που συνεργαζόταν με τους Τούρκους του Τότεναμ, καταδικάστηκε σε ισόβια, με ελάχιστη έκτιση ποινής 34 ετών. Ο άνθρωπος που πραγματοποίησε την επίθεση παραμένει ασύλληπτος.
Κατά τον πρώην αστυνομικό Νταλ Μπαμπού, η απόφαση του Ράιλι να δεχθεί 34 χρόνια στη φυλακή αντί να αποκαλύψει ποιος ήταν ο εκτελεστής αναδεικνύει τη δύναμη των τουρκικών συμμοριών. «Έχεις κάποιον που είναι διατεθειμένος να εκτίσει 34 χρόνια αντί να κατονομάσει ανθρώπους και να διαπραγματευτεί», είπε στην «Daily Mail». Πρόσθεσε ότι εξακολουθούν να ασκούνται ισχυρές πιέσεις και να υπάρχουν ουσιαστικοί δεσμοί, αφού κάποιος ενδέχεται να φοβάται όσα θα αντιμετωπίσει ο ίδιος στη φυλακή ή όσα μπορεί να πάθει η οικογένειά του.
Η δολοφονία στη Μολδαβία και οι προοπτικές των τουρκικών συμμοριών
Έξι εβδομάδες από την επίθεση έξω από το εστιατόριο Εβίν, οι Τούρκοι του Χάκνεϊ απάντησαν με αντεπίθεση, αυτή τη φορά στο εξωτερικό. Στις 10 Ιουλίου 2024, ο 41χρονος Ιζέτ Ερέν, κορυφαίο μέλος των Τούρκων του Τότεναμ, δολοφονήθηκε ενώ βρισκόταν σε υπαίθριο καφέ στο Κισινάου, πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Στη Μολδαβία πρόκειται να δικαστούν δύο άνδρες, με τον έναν να φέρεται πως είναι ο Κεμάλ Αρμαγκάν, επικεφαλής της συμμορίας του Χάκνεϊ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον αν ο Γκιουντούζ θα εξακολουθήσει να ασκεί επιρροή από τη φυλακή. Ο Χακάν εκτίμησε πως είναι πιθανό να επιστρέψει στην Τουρκία μέσα στα επόμενα χρόνια και υπενθύμισε ότι ο Ιζέτ Ερέν, με διπλή υπηκοότητα, τουρκική και βρετανική, είχε απελαθεί.
Ο Γιλμάζ εκτιμά, αντίθετα, ότι η δύναμη του Γκιουντούζ έχει πια καταρρεύσει. «Ο Γκιουντούζ τελείωσε», δήλωσε, λέγοντας πως οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν και πως στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει πλέον κανείς ικανός να ελέγξει τα μέλη των συμμοριών. Πρόσθεσε ότι σε τρία ή τέσσερα χρόνια οι «Βομβιστές» και οι Τούρκοι του Τότεναμ θα έχουν περιορίσει σημαντικά τη δραστηριότητά τους.
Την άποψη ότι οι τουρκικές συμμορίες ίσως χάνουν την παλιά τους κυριαρχία στην πρωτεύουσα συμμερίζεται και ο Νταλ Μπαμπού. Όπως ανέφερε, η ισχύς τους στο παρελθόν εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το εμπόριο ηρωίνης, μια εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα που τροφοδοτούσε τις βίαιες αντιπαραθέσεις. «Τη δεκαετία του 1980 υπήρχε υψηλό επίπεδο βίας μεταξύ των τουρκικών συμμοριών και πάντα υπήρχε κάποιος που ήταν έτοιμος να αναλάβει δράση, επειδή το εμπόριο ήταν απίστευτα επικερδές», είπε.
Σήμερα, όπως είπε, έχουν συλληφθεί ή απελαθεί σημαντικά στελέχη, ενώ η ευρεία εγκατάσταση καμερών ασφαλείας, οι περισσότεροι Τούρκοι αστυνομικοί και η μεγαλύτερη εμπιστοσύνη της κοινότητας στις Αρχές έχουν μεταβάλει την κατάσταση. «Οι άνθρωποι είναι πλέον πρόθυμοι να μιλήσουν», ανέφερε.
Ο Μπεϊτουλάχ Γκιουντούζ, που στο παρελθόν κυριαρχούσε στους δρόμους του βόρειου Λονδίνου, οδηγούσε πολυτελή αυτοκίνητα και εκφόβιζε κατοίκους, ενώ παράλληλα εμφανιζόταν ως γοητευτικός άνδρας. Υφιστάμενοί του κατέληγαν στη φυλακή για εγκλήματα τα οποία, σύμφωνα με τις κατηγορίες, σχετίζονταν με τη δράση του. Τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με τουλάχιστον δύο δεκαετίες στη φυλακή, χωρίς το δίκτυο συνεργατών που θα μπορούσε να τον προφυλάξει από τους εχθρούς του και την επιθυμία τους να εκδικηθούν.
Μετά από χρόνια κυριαρχίας, η επιρροή του στους δρόμους του Χάκνεϊ μοιάζει να έχει φτάσει στο τέλος της. Μένει να φανεί αν θα μπορέσει να παραμείνει ασφαλής στις πτέρυγες των φυλακών υψίστης ασφαλείας της Βρετανίας.








