Στις 15 Οκτωβρίου 1943, στα Δερβενοχώρια, δόθηκε η «Μάχη της Πύλης», κατά την οποία ένας πατέρας θυσίασε τον γιο του για να ανακόψει τους Γερμανούς.
Η αφορμή δόθηκε όταν ένας Έλληνας προδότης ενημέρωσε τους Γερμανούς ότι στην περιοχή διακινούνταν πολεμικός εξοπλισμός για τους αντάρτες, όπως έγραψε το ertnews.gr.
Προς την περιοχή κατευθύνθηκαν αμέσως 142 πάνοπλοι Γερμανοί. Αφού πέρασαν από την τοποθεσία «Πόρτες», συνέχισαν προς την Πύλη με σκοπό να την κάψουν. Τη γερμανική φάλαγγα αντιλήφθηκε ο νεαρός βοσκός Λύγκος. Οι στρατιώτες τον προσπέρασαν χωρίς να τον δουν και εκείνος πρόλαβε να φτάσει στο χωριό και να προειδοποιήσει για τον κίνδυνο.
Ο Λύγκος πήγε στο σπίτι του έφεδρου λοχία Στέφα Μαλλιάτση, όπου συγκεντρώθηκαν γρήγορα και άλλοι. Ο Στέφας απέρριψε εξαρχής το ενδεχόμενο να διαφύγουν στα ορεινά και έδωσε το σύνθημα για να πολεμήσουν και να υπερασπιστούν το χωριό.
Στη συνέχεια, οδήγησε τους συγχωριανούς του στην αποθήκη όπου φυλάσσονταν τα όπλα για τους αντάρτες και τους τα μοίρασε. Κάποιοι έμαθαν εκείνη τη στιγμή πώς να τα χειρίζονται, προτού πάρουν θέσεις μάχης και περιμένουν τους εισβολείς.
Το ξημέρωμα της 16ης Οκτωβρίου, οι Γερμανοί έφταναν στο χωριό έχοντας δύο τσοπανόπουλα μπροστά στη φάλαγγα: τον Γιώργο, γιο του Στέφα, και τον ανιψιό του, τον Σωτήρη, τους οποίους είχαν αρπάξει από τα μαντριά. Τους χρησιμοποιούσαν σαν «ασπίδα», ώστε σε ενδεχόμενη ενέδρα να λειτουργήσει αποτρεπτικά η βεβαιότητα ότι τα πρώτα θύματα θα ήταν Έλληνες όμηροι.
Παρότι γνώριζε τι είχε συμβεί, ο Στέφας Μαλλιάτσης δεν αποχώρησε. Αντίθετα, πυροβόλησε πρώτος, ενώ ο γιος του έπεσε νεκρός και οι Πυλιώτες ακινητοποίησαν με τα πυρά τους Γερμανούς.
Ύστερα από πολύωρη μάχη, 42 Γερμανοί, εξαντλημένοι και τραυματισμένοι, παραδόθηκαν υψώνοντας λευκή σημαία. Άλλοι 100 έχασαν τη ζωή τους στη γη που είχαν επιχειρήσει να πυρπολήσουν. Οι ηρωικοί Πυλιώτες είχαν ταπεινώσει τη Βέρμαχτ.
Από το πεδίο της μάχης ο Στέφας Μαλλιάτσης πήρε το σώμα του παιδιού του. Ο ακατάβλητος μαχητής βίωσε τον πόνο του τραγικού πατέρα που έχασε τον γιο του. Μετά την απελευθέρωση, βρέθηκε αντιμέτωπος με διώξεις στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια.
Η σύγκρουση, ωστόσο, συνεχίστηκε. Οι Έλληνες ενισχύθηκαν από αντάρτες, ενώ οι Γερμανοί κινητοποίησαν επιπλέον δυνάμεις, και οι ενισχυμένες δυνάμεις των δύο πλευρών συγκρούστηκαν. Οι αντάρτες έστησαν ενέδρα, κατέστρεψαν εχθρικά φορτηγά με πυρομαχικά και σκότωσαν Γερμανούς στρατιώτες.
Παράλληλα, οι Πυλιώτες άδειαζαν τα σπίτια τους και μετέφεραν σε ασφαλή σημεία τα υπάρχοντά τους, καθώς και τα όπλα.
Την τρίτη ημέρα, στις 18 Οκτωβρίου, δεν κατάφεραν να κρατήσουν τις θέσεις τους ως το τέλος. Ωστόσο, οι αντάρτες αντιστάθηκαν έως το απομεσήμερο, παρότι ο κλοιός γύρω τους γινόταν στενότερος. Υποχώρησαν τελικά για να αποφύγουν τον εγκλωβισμό και οι Γερμανοί δεν τους καταδίωξαν. Μαζί με τους νεκρούς της Μάχης της Πύλης, οι γερμανικές απώλειες είχαν πλέον φτάσει τις 200. Στη συνέχεια, οι Γερμανοί έκαψαν σπίτια στα χωριά Κρώρα, Σκούτρα, Πάνακτο και Πύλη.
Πριν αρχίσει το δεύτερο κύμα της γερμανικής επίθεσης, οι αντάρτες έστειλαν μήνυμα στη γερμανική διοίκηση για τους αιχμαλώτους του πρώτου κύματος. Διαμήνυσαν ότι, αν οι Γερμανοί δεν προχωρούσαν σε αντίποινα με πυρπόληση των χωριών, οι αιχμάλωτοι «θα τύχουν μεταχειρίσεως κατά τους νόμους του διεθνούς δικαίου», ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα εκτελούνταν.
Οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν τους στρατιώτες τους ως «αναλώσιμους» και δεν σκέφτηκαν καν να προτείνουν ανταλλαγή αιχμαλώτων με όσους κρατούσαν στα μπουντρούμια της Γκεστάπο. Έτσι, και οι Γερμανοί που είχαν αιχμαλωτιστεί έχασαν τη ζωή τους από τα ελληνικά αντίποινα κατά του στρατού κατοχής.
