Η ωχρά κηλίδα προσβάλλεται από ηλικιακή εκφύλιση, η οποία αποτελεί την κυριότερη αιτία νομικής τυφλότητας στον ανεπτυγμένο κόσμο. Το ποσοστό ανέρχεται σε 10%-13% για άτομα άνω των 60 ετών και πλησιάζει το 50% μετά την ηλικία των 80-85.
Περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο πάσχουν από ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, σύμφωνα με τον επίκουρο καθηγητή Οφθαλμολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Τρίφωνα Ρότσο. Έως το 2040, ο αριθμός αυτός προβλέπεται να αυξηθεί στα 300 εκατομμύρια.
Μιλώντας στο Πρακτορείο Fm, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η έγκαιρη διάγνωση, οι πρόοδοι στις ενέσιμες αγωγές και οι νέες χρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης ανοίγουν δρόμους για τη διατήρηση της όρασης. Αναφέρθηκε στη σημασία του εντοπισμού των συμπτωμάτων από νωρίς, στις δύο μορφές της πάθησης και στις νεότερες θεραπευτικές επιλογές.
Γενετική προδιάθεση, κάπνισμα και περιβαλλοντικοί παράγοντες
Ο κ. Ρότσος περιέγραψε την ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας ως νόσο φθοράς, που πλήττει το σημείο του αμφιβληστροειδούς το οποίο εξυπηρετεί την κεντρική όραση. «Η ωχρά κηλίδα επιτρέπει στον άνθρωπο να διαβάζει, να αναγνωρίζει πρόσωπα και να διακρίνει τις λεπτομέρειες, επομένως η βλάβη της μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα και την ανεξαρτησία του. Η πάθηση γίνεται συχνότερη όσο αυξάνεται η ηλικία, με την επιβάρυνση να είναι ιδιαίτερα σημαντική μετά τα 80-85 έτη. Στην εμφάνισή της συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, η γενετική προδιάθεση, το κάπνισμα και περιβαλλοντικοί παράγοντες, ενώ η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το φορτίο της νόσου».
Ποια ένδειξη πρέπει να κινητοποιήσει τον ασθενή
Δύο είναι οι βασικοί τύποι της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας: η ξηρή και η υγρή, γνωστή και ως εξιδρωματική μορφή. «Η ξηρή μορφή είναι η συχνότερη, ενώ η υγρή μορφή είναι λιγότερο συχνή, αλλά μπορεί να προκαλέσει ταχύτερη απώλεια της όρασης και απαιτεί έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση. Η αναγνώριση της μορφής της νόσου είναι καθοριστική για την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής στρατηγικής και την παρακολούθηση της εξέλιξής της». Ο καθηγητής στάθηκε ιδιαίτερα στα αρχικά σημάδια, τα οποία συχνά θεωρούνται λανθασμένα συνέπεια της ηλικίας ή της ανάγκης για νέα γυαλιά. «Ένα χαρακτηριστικό προειδοποιητικό σημάδι είναι η μεταμορφοψία, δηλαδή η παραμόρφωση των ευθειών γραμμών. Ο ασθενής μπορεί, για παράδειγμα, να παρατηρήσει ότι οι γραμμές που προηγουμένως έβλεπε ευθείες εμφανίζονται ξαφνικά κυρτές ή στραβές. Αντίστοιχα, μπορεί να δυσκολεύεται να διακρίνει καθαρά τις λεπτομέρειες ή να παρουσιάζει θόλωση στο κέντρο της όρασης». Όπως σημείωσε ο κ. Ρότσος, αν η όραση παραμένει μειωμένη και μετά την αλλαγή γυαλιών, χρειάζεται να διερευνηθεί πιθανή βλάβη στην ωχρά κηλίδα. Συνέστησε ετήσιο έλεγχο από οφθαλμίατρο και επισήμανε ότι η ξαφνική παραμόρφωση των γραμμών ή η απότομη πτώση της όρασης απαιτούν άμεση εξέταση. «Η καθυστέρηση μπορεί να αποδειχθεί επιβαρυντική, καθώς ασθενείς που προσέρχονται με ήδη σημαντικά μειωμένη οπτική οξύτητα ενδέχεται να έχουν αναπτύξει αλλοιώσεις, οι οποίες περιορίζουν τις δυνατότητες αποκατάστασης».
Με ποιες εξετάσεις επιβεβαιώνεται η διάγνωση
Η διαδικασία ξεκινά με οφθαλμολογικό έλεγχο και βυθοσκόπηση. Αν προκύψουν ύποπτα σημεία, μπορεί να ακολουθήσουν ειδικές απεικονιστικές εξετάσεις, κατόπιν σύστασης του οφθαλμιάτρου. «Μεταξύ αυτών, είναι η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), η οποία επιτρέπει τη λεπτομερή απεικόνιση των στιβάδων του αμφιβληστροειδούς και συμβάλλει στην αξιολόγηση των αλλοιώσεων της ωχράς κηλίδας. Η έγκαιρη διάγνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική στην υγρή μορφή, καθώς η γρήγορη έναρξη θεραπείας μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της όρασης».
Νεότερες αγωγές επιτρέπουν μεσοδιάστημα έως 20 εβδομάδων
Για την υγρή μορφή της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας, κύρια θεραπευτική μέθοδος είναι οι ενδοϋαλοειδικές εγχύσεις φαρμάκων, ανέφερε ο καθηγητής. «Οι θεραπείες αυτές χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και έχουν αλλάξει σημαντικά την αντιμετώπιση της νόσου. Σε πολλούς ασθενείς μπορούν να σταθεροποιήσουν ή ακόμη και να βελτιώσουν την όραση. Ωστόσο, ένα από τα βασικά προβλήματα ήταν η ανάγκη για συχνές επαναχορηγήσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις κάθε μήνα, γεγονός που επιβαρύνει τους ασθενείς και τις οικογένειές τους. Η ανάπτυξη νεότερων φαρμάκων έχει επιτρέψει την επιμήκυνση των μεσοδιαστημάτων μεταξύ των εγχύσεων. Σε επιλεγμένους ασθενείς και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τα διαστήματα μπορούν να φτάσουν περίπου τους τέσσερις μήνες, ενώ έχουν καταγραφεί περιπτώσεις με μεσοδιάστημα έως και 20 εβδομάδων. Η συχνότητα των εγχύσεων εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς και τη δραστηριότητα της νόσου, καθώς η παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη ακόμη και όταν τα διαστήματα μεταξύ των θεραπειών μεγαλώνουν».
Ξηρή εκφύλιση ωχράς κηλίδας: διατροφή και συμπληρώματα
Για την ξηρή μορφή δεν υπάρχει μία θεραπευτική προσέγγιση κατάλληλη για όλους, σε αντίθεση με όσα ισχύουν για την υγρή μορφή. Ο καθηγητής υπογράμμισε τη σημασία της διακοπής του καπνίσματος, της χρήσης κατάλληλων γυαλιών ηλίου για την προστασία από την έντονη ακτινοβολία και μιας ισορροπημένης διατροφής. Στο πλαίσιο αυτό, ξεχώρισε τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά και τα ψάρια με υψηλή περιεκτικότητα σε ωμέγα-3, όπως οι σαρδέλες και το σκουμπρί. Επισήμανε ακόμη πως ορισμένα συμπληρώματα, με αντιοξειδωτικά και συστατικά που συνδέονται με τις χρωστικές της ωχράς κηλίδας, ενδέχεται να επιβραδύνουν την πορεία της νόσου σε ασθενείς που έχουν επιλεγεί κατάλληλα. «Η επιλογή τους, ωστόσο, πρέπει να γίνεται με βάση το στάδιο της εκφύλισης και τις οδηγίες του οφθαλμιάτρου, καθώς δεν ωφελούνται όλοι οι ασθενείς με τον ίδιο τρόπο».
Μείωση των επαναλαμβανόμενων ενέσεων: οι θεραπευτικές εξελίξεις
Η γονιδιακή θεραπεία παρουσιάζεται συχνά ως πιθανή λύση «μία κι έξω». Ο καθηγητής ρωτήθηκε για την πορεία των κλινικών δοκιμών και το ενδεχόμενο να καθιερωθεί ως θεραπεία ρουτίνας. «Μία από τις ερευνητικές κατευθύνσεις που εξετάζονται είναι η γονιδιακή θεραπεία, με στόχο ο αμφιβληστροειδής να μπορεί να παράγει ο ίδιος τη θεραπευτική ουσία και να περιοριστεί η ανάγκη για επαναλαμβανόμενες ενέσεις. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται υπό διερεύνηση και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, μεταξύ των οποίων η αποτελεσματικότητα και το κόστος. Παράλληλα, αναπτύσσονται νέα φάρμακα που δρουν μέσω διαφορετικών μηχανισμών, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη κλινικές μελέτες προχωρημένων φάσεων. Στόχος είναι η αποτελεσματικότερη και πιο μακροχρόνια αντιμετώπιση της νόσου, με μικρότερη επιβάρυνση για τους ασθενείς».
Τεχνητή νοημοσύνη για τον έλεγχο της όρασης από το σπίτι
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει νέες δυνατότητες στην παρακολούθηση της νόσου. Σύμφωνα με τον κ. Ρότσο, σχεδιάζονται συστήματα για κατ’ οίκον έλεγχο, ώστε οι ασθενείς να κάνουν συγκεκριμένες εξετάσεις χρησιμοποιώντας ειδικές συσκευές. Ακολούθως, αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης θα επεξεργάζονται τα αποτελέσματα, εντοπίζοντας πιθανά σημάδια της νόσου ή της εξέλιξής της. «Σε ένα τέτοιο μοντέλο, η τεχνολογία θα μπορούσε να ειδοποιεί τον ασθενή όταν χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος και να διευκολύνει την παραπομπή του σε εξειδικευμένο κέντρο». Ο κ. Ρότσος εκτίμησε πως η τεχνητή νοημοσύνη θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κλινική πράξη, σημείωσε όμως ότι απαιτούνται περαιτέρω εξέλιξη και αξιολόγηση των εφαρμογών πριν αξιοποιηθούν ευρύτερα στην καθημερινή κλινική πρακτική. «Το βασικό μήνυμα είναι ότι η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων, η τακτική παρακολούθηση και η κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη διατήρηση της όρασης και της ανεξαρτησίας των ανθρώπων που πάσχουν από ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας».
