Το άρθρο επισημαίνει ότι το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να τηρεί στάση ουδετερότητας απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας, επικαλούμενο το θεσμικό πλαίσιο που το αποτρέπει από το να παρεμβαίνει σε διμερείς διαφορές μεταξύ μελών του. Παράλληλα, τονίζει πως οι ελληνοτουρκικές εντάσεις παραμένουν άλυτες και αποτελούν κίνδυνο για τη σταθερότητα της νότιας πτέρυγας της Συμμαχίας, ενώ ως νέο σοβαρό πονοκέφαλο αναδεικνύεται και το ενδεχόμενο απομάκρυνσης της Γαλλίας από τις στρατιωτικές δομές του ΝΑΤΟ, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικό ρήγμα στη Συμμαχία.
Πιο αναλυτικά
Τον «Πόντιο Πιλάτο» εξακολουθεί να διαδραματίζει το ΝΑΤΟ, αποφεύγοντας να πάρει θέση στην κλιμακούμενη επιθετική δραστηριότητα της Τουρκίας εναντίον μιας άλλης χώρας μέλους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Η Άγκυρα, θεωρώντας πως οι εξελίξεις στην περιοχή την ευνοούν και εκτιμώντας πως είναι αναβαθμισμένη και με σημαντικό γεωπολιτικό ρόλο ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου, έχει σκληρύνει τη στάση της.
Η Αθήνα ενημερώνει σταθερά το ΝΑΤΟ για κάθε τουρκική παραβίαση, όμως η Συμμαχία εξακολουθεί να οχυρώνεται πίσω από τις «Αποφάσεις Λουνς» (Luns Rulings) που είναι διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίστηκαν από τον πρώην Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Τζόζεφ Λουνς, κατά τη διάρκεια της θητείας του (1971–1984). Προβλέπουν ότι το ΝΑΤΟ οφείλει να διατηρεί αυστηρή ουδετερότητα και να αποφεύγει την επίσημη συζήτηση ή τη διαμεσολάβηση σε διμερείς διαφορές μεταξύ κρατών-μελών.
Η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ ήταν ένα σημαντικό βήμα και για τις δύο χώρες. Οι προφανείς συνέπειες ήταν η αύξηση της αίσθησης ασφάλειάς τους και η θεσμική τους σύνδεση με τη Δύση. Για το ΝΑΤΟ ίσως η πιο σημαντική επιτυχία ήταν το ότι η αμερικανική «επιρροή» στην Αθήνα και στην Άγκυρα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με έντονο αντίκτυπο στην εξωτερική αλλά και στην εσωτερική τους πολιτική για αρκετά χρόνια. Επίσης, η ένταξη των δύο χωρών είχε απώτερες συνέπειες οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες δηλητηριάστηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μέχρι και σήμερα.
Για τους περισσότερο μετριοπαθείς ξένους αξιωματούχους, το θεσμικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ συνετέλεσε, ωστόσο, στην αποφυγή ενός πολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες.
Το νέο στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ αναγνωρίζει τις αυξανόμενες πολυπλοκότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλοι οι γενικοί γραμματείς έχουν κρατήσει «ίσες αποστάσεις» σε δηλώσεις τους αποφεύγοντας ως προς την εισαγωγή αποτελεσματικών μέτρων για την αποκλιμάκωση των μακροχρόνιων εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι ότι το ΝΑΤΟ, παρότι δίνει έμφαση στη συλλογική άμυνα και ασφάλεια, συχνά διστάζει να παρέμβει αποφασιστικά σε διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών του. Παραδοσιακά, για την επίλυσή τους βασίζεται σε διμερείς μηχανισμούς και σε διεθνείς διπλωματικές προσπάθειες εκτός του πλαισίου του ΝΑΤΟ. Η προσέγγιση αυτή, δυστυχώς, μπορεί να εκληφθεί ως αποτυχία ανάληψης άμεσης ευθύνης για τις συγκρούσεις μεταξύ των μελών της Συμμαχίας, επιτρέποντας έτσι στις ελληνοτουρκικές εντάσεις να παραμένουν άλυτες και να υποβόσκουν για ένα θερμό επεισόδιο, με πιθανό αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση της νότιας πτέρυγας της Συμμαχίας.
Επιπλέον, το νέο δόγμα δεν αντιμετωπίζει επαρκώς την ασυμμετρία στις αντιλήψεις περί απειλών μεταξύ των κρατών-μελών. Η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν διαφορετικές αντιλήψεις ως προς το τι συνιστά απειλή για την ασφάλεια, γεγονός που δυσχεραίνει τη διαμόρφωση μιας ενιαίας ή αποτελεσματικής στρατηγικής αντίδρασης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα σταθερά κινείται στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.
Νέος «πονοκέφαλος»
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό ένας νέος «πονοκέφαλος» ήρθε να προστεθεί. Η πιθανότητα η Γαλλία να απομακρυνθεί από τις στρατιωτικές δομές του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό ή θεωρητικό σενάριο. Αντίθετα, καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του 2027, η προοπτική ενός προέδρου που θα αμφισβητεί ανοιχτά τη συμμετοχή της χώρας στη Συμμαχία προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα ανάλυσης του Politico, σύμφωνα με την οποία μια πιθανή αποχώρηση του Παρισιού από την ενοποιημένη στρατιωτική διοίκηση της Συμμαχίας θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα σοβαρό ρήγμα σε μια περίοδο κατά την οποία το ΝΑΤΟ προσπαθεί να προσαρμοστεί τόσο στη σταδιακή μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη όσο και στην αυξανόμενη απειλή από τη Ρωσία.
Η Μαρίν Λεπέν, του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού, έχει δηλώσει ότι θέλει η Γαλλία να αποχωρήσει από την ολοκληρωμένη στρατιωτική διοίκηση της Συμμαχίας, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, από τη ριζοσπαστική Αριστερά, έχει ταχθεί ακόμη πιο ξεκάθαρα υπέρ της πλήρους αποχώρησης της Γαλλίας από το ΝΑΤΟ.
Υπάρχουν λοιπόν ανοιχτά ζητήματα που επείγει η ισχυρή Βορειοατλαντική Συμμαχία να λύσει.
